Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ημιθαλής

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

ἡμιθαλής, -ές (Α)
(για φυτά και κλάδους) αυτός που θάλλει εν μέρει ακόμη, μισοπράσινος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + -θαλής (< θάλος, το, «βλαστός»), πρβλ. αει-θαλής, ετεροθαλής].