Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ηὐξημένως

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ηὐξημένως Medium diacritics: ηὐξημένως Low diacritics: ηυξημένως Capitals: ΗΥΞΗΜΕΝΩΣ
Transliteration A: ēyxēménōs Transliteration B: ēuxēmenōs Transliteration C: ifksimenos Beta Code: hu)chme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass., (αὐξάνω)

   A gloss on ζαφελῶς, Eust. 769.23.

Greek (Liddell-Scott)

ηὐξημένως: Ἐπίρρ. μετοχ. παθ. πρκμ., Εὐστ.

Greek Monolingual

ηύξημένως (Μ)
επίρρ. αυξημένα, επαυξημένα, με αύξηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηυξημένος, μτχ. μεσοπαθ. παρακμ. του ρ. αύξω, αυξάνω].