Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θάκημα

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: θᾱκημα Medium diacritics: θάκημα Low diacritics: θάκημα Capitals: ΘΑΚΗΜΑ
Transliteration A: thákēma Transliteration B: thakēma Transliteration C: thakima Beta Code: qa/khma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A sitting, esp. as a suppliant, S.OC1160, 1179.    2 seat, Πανὸς -ήματα E.Ion492 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1181] τό, das Sitzen, bes. der Hülfeflehenden am Altar, τί προσχρῄζοντα τῷ θακήματι, durch das Bitten, Soph. O. C. 1162, vgl. 1181. – Der Sitz, neben θρόνος, Soph. O. C. 1382; ὦ Πανὸς θακήματα Eur. Ion. 492.

Greek (Liddell-Scott)

θάκημα: τό, κάθισμα, τὸ καθῆσθαι, ἰδίως ὡς ἱκέτης, Σοφ. Ο. Κ. 1160, 1179. 2) ἕδρα, θρανίον, θέσις, αὐτόθι 1380, Εὐρ. Ἴωνι 492.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 action de s’asseoir ou d’être assis comme un suppliant;
2 siège.
Étymologie: θακέω.

Greek Monolingual

θάκημα, το (Α) θακώ
1. (για ικέτες) το να κάθεται κάποιος κοντά στον βωμό
2. το κάθισμα («ὦ Πανός θακήματα», Ευρ.).

Greek Monotonic

θάκημα: -ατος, -τό,
1. η καθιστική θέση που παίρνει κάποιος ιδίως ως ικέτης, σε Σοφ.
2. έδρα, θρανίο, θέση, στον ίδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

θάκημα: ατος (θᾱ) τό
1) моление у алтаря: τί προσχρῄζοντα τῷ θακήματι; Soph. чего он просит своей мольбой?;
2) седалище, престол: τὸ θ. καὶ οἱ θρόνοι Soph. престол и власть;
3) pl. местопребывание, обиталище (Πανός Eur.).

Middle Liddell

θάκημα, ατος, τό, [from θᾱκέω]
1. a sitting, esp. as a suppliant, Soph.
2. a seat, Soph., Eur.