Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θάλασσα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: θάλασσα Medium diacritics: θάλασσα Low diacritics: θάλασσα Capitals: ΘΑΛΑΣΣΑ
Transliteration A: thálassa Transliteration B: thalassa Transliteration C: thalassa Beta Code: qa/lassa

English (LSJ)

[θᾰ], Att.θᾰλᾰμ-ττα IG12.57 (but

   A θάλασσα 22.236 (338/7 B.C.)), ἡ: —sea, Il.2.294, etc.: freq. of the Mediterranean sea, ἥδε ἡ θ. Hdt.1.1, 185, 4.39, etc.; ἡ παρ' ἡμῖν θ. Pl.Phd.113a; ἡ θ. ἡ καθ' ἡμᾶς Plb.1.3.9; ἡ ἐντὸς καὶ κ. ἡ. λεγομένη θ. Str.2.5.18; ἡ ἔσω θ. Arist.Mu.393b29; ἡ ἔξω θ., of the Ocean, Id.Mete.350a22; ἡ Ἀτλαντικὴ θ. Id.Mu.392b22; ἡ μεγάλη θ. Plu.Alex.73; of a salt lake, Arist.Mete.351a9; ἐς θάλασσαν τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου Hdt.2.33; πέλαγος θαλάσσης A.R.2.608; κατὰ θάλασσαν by sea, opp. πεζῇ, Hdt.5.63; opp. κατὰ γῆς, Th.7.28 codd.; κατά τε γῆν καὶ κατὰ θ. Pl.Mx.241a; χέρσον καὶ θ. ἐκπερῶν A.Eu.240; τῆς θ. ἀνθεκτέα ἐστί one must engage in maritime affairs, Th.1.93; οἱ περὶ τὴν θ. sea-faring men, Arist.HA598b24, cf. Pol.1291b20; θ. καὶ πῦρ καὶ γυνὴ—τρίτον κακόν Men.Mon.231, cf.264: metaph., κακῶν θ a sea of troubles, A.Th.758 (lyr.); ὁ Κρὴς τὴν θ. (sc. ἀγνοεῖ), of pretended ignorance, Suid.    2 sea-water, ἔστω ἐν χαλκῷ ἡ θ. Hp.Coac.427, cf. Diph.Siph. ap. Ath.3.121d, Moschio ib.5.208a, Plb.16.5.4, Dsc.2.83.    3 well of salt water, said to be produced by a stroke of Poseidon's trident, in the Acropolis at Athens, Hdt.8.55; θ. Ἐρεχθηΐς Apollod.3.14.1.    4 channel, LXX 3 Ki.18.32.    5 χαλκῆ θ. laver, ib.2 Ki.8.8.    6 θ. κοίλη wooden theatre, Paus.Gr.Fr.208 (= Com.Adesp.864).—For the Lacon. form σάλασσα, v. θαλασσομέδων.

German (Pape)

[Seite 1182] ἡ, att. θάλαττα (verwandt mit ἅλς), das Meer, von Hom. an überall; die Beiwörter εὐρύπορος, ἀτρύγετος, πολύφλοισβος, ἁλμυρός u. ä. s. besonders; – ἥδε ἡ θάλασσα, ἡ καθ' ἡμᾶς θ., ἡ ἔσω od. ἐντὸς θάλ. ist das mittelländische Meer, Her. 1, 1. 185. 4, 39, u. so auch Folgde, Pol. 1, 3, 9. 3, 39, 2 u. Sp.; auch ἡ παρ' ἡμῖν θάλαττα, Plat. Phaed. 1 13 a; der Ocean ist ἡ ἐκτός od. ἔξω θάλασσα, Her., Pol. 3, 57, 2 u. A.; – κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, sehr gewöhnlich, zu Waster u. zu Lande, auch κατὰ θάλατταν καὶ πεζῇ, Plat. Polit. 289 e; – das Meerwasser, ναῦς πλήρης θαλάττης Pol. 16, 5, 4; ὁ ἐκ θαλάσσης ἑψόμενος τάριχος Diphil. Ath. III, 121 d. Bei Her. 8, 56 ein Brunnen mit salzigem Wasser, im Tempel des Erechtheus auf der Burg in Athen. – Uebertr. sagt Aesch. von dem herannahenden Heere ἄμαχον κῦμα θαλάσσης Pers. 90 u. vom Unglück κακῶν δ' ὥςπερ θάλασσα κῦμ' ἄγει Spt. 740; so einzeln bei Sp., wie sprichwörtl. ἀγαθῶν θάλασσα, Zenob. 1, 9 ἐπὶ πλήθους ἀγαθῶν.

Greek (Liddell-Scott)

θάλασσα: θᾰ, μεταγ. Ἀττ. -ττα, ἡ (ἴσως ἐκ √ΤΡΑΧ, ταράσσω, ἴδε Κούρτ. σ. 655): - ἡ θάλασσα, Ὅμ., κτλ.· ὁ Ὅμ. θάλασσαν ἴδίως ἐννοεῖ τὴν καλουμένην Μεσόγειον, διότι τὴν ἔξω θάλασσαν καλεῖ ὠκεανόν, ὃν καὶ ὑπολαμβάνει ὡς ποταμόν, οἷον ἐν Ὀδ. Μ. 1· (ὡς οἱ Λατῖνοι ἐκάλουν αὐτὴν nostrum mare), 1. 1, 185., 4. 39, κτλ.· οὕτω, ἡ παρ’ ἡμῖν θάλ. Πλάτ. Φαίδωνι 113Α· ἡ καθ’ ἡμᾶς θάλ. Πολύβ. 1. 3, 9· ἡ ἔσω θάλ. Ἀριστ. π. Κόσμ. 3, 8· ἐνῷ ὁ Ὠκεανὸς εἶνε ἡ ἔξω θάλ., ὁ αὐτ. Μετεωρ. 1. 13, 14, Κόσμ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ἢ ἡ Ἀτλαντικὴ θ. αὐτόθι 3, 3, κτλ.· ἡ μεγάλη θ. Πλούτ. ἐν Ἀλεξ. 73· ὡσαύτως, ἁλμυρὰ λίμνη, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 13, 26· - ὡσαύτως εὑρίσκομεν, ἐς θάλασσαν τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου Ἡρόδ. 2. 23· πέλαγος θαλάσσης, ἴδε ἐν λ. πέλαγος· κατὰ θάλασσαν, διὰ θαλάσσης, ἀντίθ. τῷ πεζῇ, διὰ ξηρᾶς, Ἡρόδ. 5. 63· καὶ τῷ κατὰ γῆν Θουκ. 7. 28· κατά τε γῆν καὶ κατὰ θ. Πλάτ. ἐν Μενεξ. 241Α· χέρσον καὶ θ. ἐκπερῶν Αἰσχύλ. Εὐμ. 240· τῆς θ. ἀνθεκτέα ἐστὶ Θουκ. 1. 93· οἱ περὶ τὴν Θ. Ἀριστ. Ι. Ζ. 8. 13, 12· θ. καὶ πῦρ καὶ γυνὴ -τρίτον κακὸν Μένανδ. Μονοστ. 231, πρβλ. 264· - μεταφ., κακῶν θ., πέλαγος δυστυχιῶν, πλῆθος κακῶν, Αἰσχύλ. Θήβ. 758· κοίλη θ., ἐπὶ θεάτρου, Κωμ. Ἀνων. 95α. 2) θαλάσσιον ὕδωρ, θαλάττης πλήρης Μοσχίων παρ’ Ἀθην. 208Α, Πολύβ. 16. 5, 4· καθόλου, ἁλμυρὸν ὕδωρ, ὡς παρ’ ἡμῖν, Δίφιλ. Σιφν. παρ’ Ἀθην. 121D, πρβλ. Διοσκ. 2. 105. 3) φρέαρ θαλασσίου ὕδατος, ὅπερΠοσειδῶν πλήξας τῇ τριαίνῃ κατὰ μέσην τὴν Ἀθήνησι ἀκρόπολιν ἀνέφηνεν, Ἡρόδ. 8. 55· ἡ θάλασσα αὕτη καλεῖται καὶ θ. Ἐρεχθηΐς, Ἀπολλόδ. 3. 14. - Περὶ τοῦ Λακων. τύπου σάλασσα, ἴδε σαλασσομέδων.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 mer : κατὰ θάλασσαν par mer ; Αἰγύπτου τὸ παρὰ θάλασσαν HDT le littoral de l’Égypte ; particul. dans Hom. la Méditerranée ; ἥδεθάλασσα, ἡ παρ’ ἡμῖν θάλασσα PLAT cette mer-ci, la mer de notre pays, càd la Méditerranée ; ἡ μεγάλη θάλασσα PLUT la grande mer, càd l’Océan ; fig. κακῶν θάλασσα ESCHL une mer de maux;
2 p. ext. source d’eau salée dans l’Érechthéion, à Athènes.
Étymologie: apparenté à τρέχω, courir.
Par. πέλαγος, πόντος.

English (Autenrieth)

the sea.

English (Slater)

θᾰλασσα (-ας, -ᾳ, -αν.)
   1 sea ἐν καὶ θαλάσσᾳ (O. 2.29) πολιᾶς ἔνδον θαλάσσας (O. 7.62) Ἰονίαν τάμνων θάλασσαν (P. 3.68) χὠπόσαι ἐν θαλάσσᾳ καὶ ποταμοῖς ψάμαθοι κλονέονται” (P. 9.47) πέταται δ' ἐπὶ τε χθόνα καὶ διὰ θαλάσσας τηλόθεν ὄνυμ αὐτῶν (N. 6.48) θαλασς[ fr. 33a. ἐπῇεν γᾶν τε καὶ λτ;πᾶσανγτ; θάλασσαν fr. 51a. 2. Αἰγυπτίαν Μένδητα, πὰρ κρημνὸν θαλάσσας ἔσχατον Νείλου κέρας i. e. of lake Tanais fr. 201. μελικτὰς ὁδοιπόρους θαλάσσας fr. 340.

English (Strong)

probably prolonged from ἅλς; the sea (genitive case or specially): sea.

English (Thayer)

(cf. Buttmann, 7), θαλάσσης, ἡ (akin to ἅλς (better, allied to ταράσσω etc., from its tossing; cf. Vanicek, p. 303); the Sept. for יָם) (from Homer down), the sea; (on its distinction from πέλαγος see the latter word);
a. universally: ἐργάζεσθαι τήν θαλασσην (see ἐργάζομαι, 2a.), τό πέλαγος τῆς θαλάσσης (see πέλαγος, a.), γῆ and οὐρανός it forms a periphrasis for the whole world, L WH brackets); Josephus, Antiquities 4,3, 2; (contra Apion 2,10, 1)); among the visions of the Apocalypse a glassy sea or sea of glass is spoken of; but what the writer symbolized by this is not quite clear: Winer s Grammar, 121 (115); Buttmann, § 124,8b.) of the Mediterranean Sea: ἐρυθρός), ἡ ἐρυθρᾷ θάλασσα, Aristotle, meteor. 1,13, p. 351a, 8 ἡ ὑπό τόν Καυκασον λίμνη ἥν καλοῦσιν οἱ ἐκεῖ θαλατταν, and Hesychius defines λίμνη: ἡ θάλασσα καί ὁ ὠκεανός) employed like the Hebrew יָם (e. g. Matthew , Mark , and John (nowhere by Luke) of the Lake of Γεννησαρέτ (which see): ἡ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, der Bodensee, is called mare Suebicum, the Suabian Sea); τῆς Τιβεριάδος, τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος (on which twofold genitive cf. Winer s Grammar, § 30,3 N. 3; (Buttmann, 400 (343))), ἡ θάλασσα: Schenkel ii. 322ff; (see Γεννησαρέτ).

Greek Monolingual

η (AM θάλασσα, Α αττ. τ. θάλαττα)
1. το σύνολο τών αλμυρών υδάτων που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της γης
2. κάθε τμήμα της όλης υδάτινης έκτασης («Μεσόγειος Θάλασσα»)
3. κάθε κλειστή, αλμυρή ή υφάλμυρη, έκταση σε αντιδιαστολή με τον ωκεανό (α. «η Θάλασσα του Μαρμαρά» β. «ἐς θάλασσαν τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου», Ηρόδ.)
4. το θαλάσσιο νερό (α. «κολυμπώντας ήπια θάλασσα» β. ἔστω ἐν χαλκῷ ἡ θάλασσα», Ιπποκρ.)
νεοελλ.
1. η επιφάνεια της θάλασσας («ύψος 500 μέτρα πάνω από τη θάλασσα»)
2. θαλασσοταραχή, τρικυμία («είχαμε θάλασσα στο ταξίδι μας»)
3. φρ. α) «τά 'κάνε θάλασσα» — προκάλεσε αναστάτωση ή φέρθηκε αδέξια
θ) (για ναυτικούς) «έφαγε τη θάλασσα με το κουτάλι» — πέρασε τη ζωή του ταξιδεύοντας
γ) «διά θαλάσσης» — με θαλάσσιο μέσο συγκοινωνίας
δ) ωκεαν. «επίπεδο θάλασσας» — η διαχωριστική επιφάνεια θάλασσας-αέρα, στην οποία αναφέρονται όλα τα γήινα υψόμετρα και τα υποθαλάσσια βάθη
4. παροιμ. α) «κάλλιο ψωμί και στ' άχυρα, παρά ψάρια και στη θάλασσα» — είναι προτιμότερο να απολαμβάνει κανείς μικρά ωφελήματα με ηρεμία, παρά πολλά με κινδύνους
β) «κι η θάλασσα είναι γαλανή, μα ο αγέρας τή μαυρίζει» — η διαβολή είναι ικανή να σπιλώσει υπολήψεις ή ότι αυτός που φαίνεται φιλήσυχος μπορεί ανά πάσαν στιγμήν να εξαγριωθεί μόλις του δοθεί αφορμή
μσν.
1. η στέρνα
2. είδος φορέματος βαμμένου με κόκκινο χρώμα
αρχ.
1. διώρυγα
2. (για τον ναό του Ερεχθέως στην Ακρόπολη) πηγάδι με αλμυρό νερό
3. φρ. α) «κατά θάλασσαν» — με θαλάσσιο μέσο συγκοινωνίας
β) «οἱ περί τήν θάλασσαν» — οι ναυτικοί
γ) «κακῶν θάλασσα» — πλήθος δυστυχιών (Αισχύλ.)
δ) «χαλκῆ θάλασσα» — χάλκινος νιπτήρας (ΠΔ.)
ε) «θάλασσα κοίλη» — ξύλινο θέατρο (Παυσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Οι τ. τών ΙΕ γλωσσών με τη σημασία «θάλασσα» (πρβλ. λατ. mare, γερμ. Meer, ιρλ. muir κ.ά.) ανάγεται στην ΙΕ ρίζα mori, η οποία δεν απαντά στην Ελληνική, όπου χρησιμοποιούνται οι λ. αλς, πόντος, πέλαγος. Ο τ. θάλασσα ανάγεται σε προελληνικό υπόστρωμα και πιθ. συνδέεται με τη γλώσσα του Ησύχ. «δαλάγχαν
θάλασσαν». Ως α' συνθετικό η λ. απαντά σε αρκετά συνθ. με τη μορφή θαλασσο- προ συμφώνου (πρβλ. θαλασσ-ο-κράτωρ). Ως β' συνθετικό δε απαντά στην αρχ. ελλ. με τη μορφή -θαλασσος (πρβλ. αμφι-θάλασσος). Στις ΙΕ γλώσσες, η σημασία «θάλασσα» χρησιμοποιούνταν κατ' αντιδιαστολή προς την «ξηρά», χωρίς να γίνεται διάκριση με τη λίμνη ούτε ως προς την έκταση ούτε ως προς το είδος του νερού (αλμυρό - γλυκό). Στην αρχ. Ελλ. η λ. θάλασσα αποτελούσε γενικότερο όρο, ενώ οι συνώνυμοι τ. αλς, πόντος, ήταν κυρίως ποιητικοί. Στη νέα Ελλ. χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν η λ. θάλασσα, ενώ οι τ. πέλαγος, ωκεανός δηλώνουν, κυρίως, συγκεκριμένη θάλασσα, όπως λ.χ. Αιγαίο Πέλαγος, Ειρηνικός Ωκεανός.
ΠΑΡ. θαλασσία, θαλάσσιος, θαλασσώνω (Α -ώ)
αρχ.
θαλασσαίος, θαλασσερός, θαλασσεύω, θαλασσίζω, θαλασσίτης, θαλασσώδης
αρχ.-μσν.
θαλασσίδιος
μσν.
θαλασσί
μσν.- νεοελλ.
θαλασσινός
νεοελλ.
θαλασσάδα, θαλασσάκι, θαλασσένιος, θαλασσήμος, θαλασσίλα, θαλασσίς. (Για τα συνθ. με α' συνθετικό, βλ. λ. θαλασσο-). (Β' συνθετικό) αρχ. αρχιθάλασσος, βραχυθάλασσος, δυσθάλασσος, εμπειροθάλασσος, επιθάλασσος, ευθάλασσος, μιξοθάλασσος, υπερθάλασσος
νεοελλ.
αγριοθάλασσα, ανθρωποθάλασσα, ασημοθάλασσα, βουνοθάλασσα, βουρκοθάλασσα, διθάλασσος, ελοθάλασσα, κακοθάλασσος, καλοθάλασσος, λαοθάλασσα, λιμνοθάλασσα, πικροθάλασσα, σταροθάλασσα, φουσκοθάλασσα].

Greek Monotonic

θάλασσα: [θᾰ], μεταγεν. Αττ. -ττα, ἡ,
I. 1. θάλασσα, σε Όμηρ., κ.λπ.· όταν χρησιμοποιεί τη λέξη για μια συγκεκριμένη θάλασσα, εννοεί τη Μεσόγειο, αντίθ. προς το Ὤκεανός· ο Ηρόδ. αποκαλεί τη Μεσόγειο ἥδεθάλασσα· ομοίως, ἡ παρ' ἡμῖν θάλασσα, σε Πλάτ. κατὰ θάλασσαν, μέσω θάλασσας, αντίθ. προς το πεζῇ, μέσω στεριάς, σε Ηρόδ.· αντίθ. προς το κατὰ γῆς, σε Θουκ.· μεταφορ., κακῶν θάλασσα, πέλαγος γεμάτο συμφορές, σε Αισχύλ.
2. πηγάδι με αλμυρό νερό, το οποίο λέγεται ότι δημιουργήθηκε από χτύπημα της τρίαινας του Ποσειδώνα στην Ακρόπολη της Αθήνας, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

θάλασσα: атт. θάλαττα (θᾰ) ἡ
1) море (его обычные эпитеты: εὐρύπορος Hom. обширное, πολιά или πολιαινομένη Aesch. седое, т. е. покрытое белой пеной, ἀτρύγετος Hom., Hes. бесплодное, ἁλμυρά Eur. соленое, πολύφλοισβος Hom. вечно шумящее, рокочущее): κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν или κατὰ θάλατταν καὶ πεζῇ Plat. на море и на суше; τὸ παρὰ θάλασσαν приморская полоса, побережье (Ἀραβίης, Αἰγύπτου, τῇς Συρίης Her.); τὸ παρὰ θάλασσαν αὐτῆς Her. приморская часть этой страны; οἱ περὶ τὴν θάλατταν Arst. приморские жители или занимающиеся морскими промыслами; θ. ἡ τοῦ Εὐξείνου πόντου Her. море, именуемое Эвксинским; ἥδε ἡ θ. Hom., ἡ καθ᾽ ἡμᾶς θ. Polyb., ἡ παρ᾽ ἡμῖν θ. Plat., ἡ μεγάλη θ. Plut., ἡ ἔσω и ἡ ἐντὸς θ. Her., ἡ Ἀτλαντικὴ θ. Arst., поздн. ἡ Μεσόγειος θ. Средиземное море; ἡ ἔξω или ἐκτὸς θ. Her., Arst., Polyb. = Ὠκεανός;
2) перен. море, бездна, множество (κακῶν Aesch.): ἄμαχον κῦμα θαλάσσης Aesch. неодолимые полчища;
3) морская вода (ναῦς πλήρης θαλάττης Polyb.);
4) колодец морской воды (в храме Эрехтея) Her.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: sea (Il.).
Dialectal forms: Att. θάλαττα, Lat Cretan θάλαθθα (Buck, Gr. Diall. $ 81b), Lac. in σαλασσο-μέδοισα Alc. 84.
Compounds: Several compp., e. g. θαλασσο-κράτωρ (Hdt., Th.), ἀμφι-θάλασσος surrounded by the sea (Pi.; Bahuvrihi); often in hypostases, mostly with -ιος (-ίδιος), e. g. ἐπι-, παρα-θαλάσσιος, -ίδιος (IA).
Derivatives: θαλάσσιος belonging to the sea, maritime (Hom.), -ία f. -ιον n. as plant name (Dsc.; Strömberg Pflanzennamen 114), θαλασσ-ίδιος (Hdt.), -αῖος (Simon., Pi.) id., θαλασσώδης sea-like (Hanno Peripl.), θαλασσερός m. kind of eye-salve (Gal.); θαλασσίτης (οἶνος Plin.; Redard Les noms grecs en -της 96). Denominatives: θαλασσ-εύω be in the sea (Th.), -όομαι, -όω be filled by water from the sea, change into sea (Arist., hell.) with θαλάσσωσις inundation (Thphr., Ph.), -ίζω be like water from the sea, wash in water of the sea (Ath., pap.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: For the notion sea, the Greeks used for the old word, limited to Italo-Celtic, Germanic, Balto-Slavic mare - Meer etc. partly old words with a new meaning, ἅλς, prop. salt, πόντος, prop. path, partly made others with IE elements like Greek πέλαγος. To θάλασσα belongs Maced. (?) δαλάγχαν θάλασσαν H. the attempts to explain it are doubtful: v. Windekens Beitr. z. Namenforschung 1, 200f., id. Le Pélasgique 89, Autran REIE 2, 17ff., Buck Class. Studies pres. to E. Capps (s. Idg. Jb. 22, 220), Battisti Studi etr. 16, 369ff., Pisani Rend. Acc. Lincei 7, 67ff., Vey BSL 51, 80ff., Steinhauser Μνήμης χάριν 2, 152ff. Acc. to Lesky Hermes 78, 258ff. θάλασσα was originally a foreign word for salt water and in this was replaced by synonymous IE ἅλς. Fur. 195 notes that it is not certain that δαλάγχαν is Macedonian (Kalléris does not give it). The word, with a prenasalized variant, is typically Pre-Greek. Furnée further connects σάλος, ζάλος, which seems possible but remains uncertain.

Middle Liddell


1. the sea, Hom., etc.; when he uses it of a particular sea, he means the Mediterranean, opp. to Ὠκεανός;— Hdt. calls the Mediterranean ἥδε ἡ θάλασσα; so, ἡ παρ' ἡμῖν θάλ. Plat.; κατὰ θάλασσαν by sea, opp. to πεζῇ by land, Hdt.; to κατὰ γῆς, Thuc.:—metaph., κακῶν θ. a sea of troubles, Aesch.
2. a well of salt water, said to be produced by a stroke of Poseidon's trident, in the Acropolis at Athens, Hdt.