Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θάλπω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: θάλπω Medium diacritics: θάλπω Low diacritics: θάλπω Capitals: ΘΑΛΠΩ
Transliteration A: thálpō Transliteration B: thalpō Transliteration C: thalpo Beta Code: qa/lpw

English (LSJ)

fut.

   A -ψω Orph.Fr.258, Alciphr.2.4: fut. Med. in pass. sense θάλψομαι Id.3.42:—heat, soften by heat, Od.21.179, al.:—Pass., ἐτήκετο κασσίτερος ὣς… θαλφθείς Hes.Th.864, cf. S.Tr.697: metaph., to be softened, deceived, αἴ κε μὴ θαλφθῇ λόγοις Ar.Eq.210.    II heat, warm, without any notion of softening, καῦμ' ἔθαλπε (sc. ἡμᾶς) S. Ant.417; θερμὴ ἡμᾶς ἀκτὶς θ. Ar.Av.1092; keep warm, χλανιδίων ἐρειπίοις θάλπουσα καὶ ψύχουσα Trag.Adesp.7: prov., θ. τὸν δίφρον, of an idle life, Herod.1.37; θ. τὰς κοχώνας Id.7.48; τὴν βαίτην θάλπουσαν εὖ ib.129:—Pass., Hp.Aff.4; θάλπεσθαι τοῦ θέρους to be warm in summer, X.Cyr.5.1.11; τῷ πυρὶ θάλψομαι Alciphr.3.42: metaph., ἔτι ἁλίῳ θάλπεσθαι to be alive, Pi.N.4.14.    2 warm at the fire, dry, θάλπεται ῥάκη S.Ph.38, cf. E.Hel.183 (lyr.).    3 hatch, ᾠά Gp.14.1.4: so abs., sit, ib.3; θ. ἐπὶ τῶν νοσσῶν, ἐπὶ τῶν ᾠῶν, LXXDe. 22.6.    III metaph., of passion, heat, inflame, ἣ Διὸς θάλπει κέαρ ἔρωτι A.Pr.590, cf. S.Fr.474 (Pass.); ἔθαλψεν ἄτης σπασμός Id.Tr. 1082:—Pass., ἱμέρου βέλει τεθάλφθαι πρός τινος A.Pr.650; θάλπῃ (2sg.) ἀνηκέστῳ πυρί S.El.888; εἴ σευ θάλπεταί τι τῶν ἔνδον Herod. 2.81.    2 comfort, ὕπνος… θάλπει κέαρ B.Fr.3.11, cf. Fr.16.2, Com.Adesp.5.16D.; cherish, foster, ἄλλον θάλπε φίλον Theoc.14.38; ὡς ἐὰν τροφὸς θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα 1 Ep.Thess.2.7; τὴν ἑαυτοῦ σάρκα Ep.Eph.5.29; τὸ ἀσθενοῦν Alciphr.2.4; θ. καὶ τρέφειν PMasp.6B132 (vi A.D.); τὴν πόλιν θ. tend it with fostering care, OGI194.5 (Egypt, i B.C.).    3 ἐμὲ οὐδὲν θ. ἡ δόξα I care nothing for glory, Alciphr.2.2; ἐμὲ οὐδὲν θ. κέρδος Aristaenet.1.24.    IV intr., to be full of heat, vigorous, Arist.Pr.879a33; θάλψαι τρεῖς ποίας to live three summers, AP7.731 (Leon.).

German (Pape)

[Seite 1184] warm machen, erwärmen; στέατος μέγαν τροχὸν θάλποντες Od. 21, 179. 184. 246; ὑπό τ' εὐτρήτου χοάνοιο θαλφθεὶς κασσίτερος Hes. Theog.863; ἔτι ἁλίῳ ἐθάλπετο, d. i. er lebte noch, Pind. N. 4, 14, wie τρεῖς ποίας θάλψαι ὑπ' ἠελίῳ sc. ἑαυτόν Leon. Tar. 79 (VII, 731); Soph. Tr. 694; θάλπεται ῥάκη Phil. 38, wie φοίνικας ἁλίῳ πέπλους θάλπουσα Eur. Hel. 183, d. i. trocknen. – Einzeln in sp. Prosa, wie ἐθάλπετο im Ggstz von ἐῤῥίγου Sext. Emp. pyrrh. 1, 82. – Auch vom Brüten der Vögel. – Uebertr., mit Liebe entzünden, entflammen, ἣ Διὸς θάλπει κέαρ ἔρωτι Aesch. Prom. 592, wie pass. Ζεὺς γὰρ ἱμέρου βέλει πρὸς σοῦ τέθαλπται 653; von Raserei, 881; vom Schmerz, καί μ' ἔθαλπε Soph. Ant. 415; ἔθαλψεν ἄτης σπασμός Tr. 1072, intrans., entbrannte; pass., εἰς τί μοι βλέψασα θάλπει τῷδ' ἀνηκέστῳ πυρί; von heilloser, leidenschaftlicher Hoffnung, El. 876; quälen, martern, Alciphr. 2, 2; Aristaen. 1, 24; auch betrügen, αἴ κε μὴ θαλφθῇ λόγοις Ar. Equ. 210; ἄλλον ἰοῖσα θάλπε φίλον, lieben, Theocr. 14, 38.

Greek (Liddell-Scott)

θάλπω: μέλλ. -ψω· ἡ ῥίζα ἀβέβαιος, πρβλ. (θέρω)· - θερμαίνω, μαλακύνω διὰ θερμότητος, Ὀδ. Φ. 179, 184, 246. - Παθ., ἐτήκετο, κασσίτερος ὡς... θαλφθεὶς Ἡσ. Θ. 864, πρβλ. Σοφ. Τρ. 697· μεταφ., μαλακύνομαι, ἀπατῶμαι, αἴ κε μὴ θαλφθῇ λόγοις Ἀριστοφ. Ἱππ. 210. ΙΙ. θερμαίνω, ζεσταίνω, ἄνευ τῆς ἐννοίας τοῦ μαλάσσειν, καὶ καῦμ’ ἔθαλπε (ἐνν. ἡμᾶς) Σοφ. Ἀντ. 417· θερμὴ... ἀκτὶς θ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1092· - Παθ., θάλπεσθαι τοῦ θέρους, θερμαίνεσθαι, αἰσθάνεσθαι τὴν θερμότητα κατὰ τὸ θέρος, Ξεν. Κύρ. 5. 1, 11· τῷ πυρὶ θάλψομαι Ἀλκίφρ. 3. 42· - μεταφ., ἔτι ἁλίῳ θάλπομαι, ζῶ ἔτι, Πίνδ. Ν. 4. 22. 2) θερμαίνω, εἰς τὸ πῦρ, στεγνώνω, ξηραίνω, θάλπεται ῥάκη Σοφ. Φ. 38, πρβλ. Ἀπόσπ. 400, Εὐρ. Ἑλ. 183. 3) Ἐν Ἀριστ. Προβλ. 4. 25· θάλπουσιν, φαίνεται ὅτι σημαίνει: εἶνε ζωηραί, ἀκμαῖαι, τρεῖς ποίας θάλψαι ὑπ’ ἠελίῳ, βιῶναι τρεῖς πόας, δηλ. θέρη, Ἀνθ. Π. 7. 731. ΙΙΙ. μεταφ., ἐπὶ πάθους, ἀνάπτω φλέγω, ἢ Διὸς θάλπει κέαρ ἔρωτι Αἰσχύλ. Πρ. 590, πρβλ. ὑποθάλπω· ἔθαλψεν ἄτης σπασμὸς Σοφ. Τρ. 1082· καὶ ἐν τῷ παθ., ἱμέρου βέλει τεθάλφθαι πρός τινος Αἰσχύλ. Πρ. 650· θάλπει β΄ ἑνικ., ἀνηκέστῳ πυρὶ Σοφ. Ἠλ. 888. 2) περιθάλπω, παρηγορῶ, περιποιοῦμαι, Θεόκρ. 14. 38, Ἀλκίφρ. 2. 4· τὴν πόλιν θ., περιποιοῦμαι μετὰ θερμότητος, μετὰ θερμῆς ἀγάπης καὶ φροντίδος, Συλλ. Ἐπιγρ. 4717. 5. 3) ἐνοχλῶ, ἀνιῶ, Λατ. uro, οὐδὲν θ. ἐμὲ ἡ δόξα Ἀλκίφρ. 2. 2· ἐμὲ οὐδὲν θ. κέρδος Ἀρισταίν. 1. 24.

French (Bailly abrégé)

f. θάλψω, ao. ἔθαλψα, pf. inus.
Pass. ao. part. θαλφθείς;
1 chauffer, échauffer, acc. ; Pass. être chauffé;
2 fig. échauffer, brûler (de passion, de désir, etc.).
Étymologie: R. Θαλπ, développement de la R. Θαρ ou Θερ, être chaud ; cf. θέρος, θερμός.

English (Autenrieth)

warm, warm up. (Od.)

English (Slater)

θάλπω
   1 warm pass., εἰ δ' ἔτι ζαμενεῖ Τιμόκριτος ἁλίῳ σὸς πατὴρ ἐθάλπετο (N. 4.14)

English (Strong)

probably akin to thallo (to warm); to brood, i.e. (figuratively) to foster: cherish.

English (Thayer)

1. properly, to warm, keep warm (Latin foveo): Homer and following
2. like the Latin foveo, equivalent to to cherish with tender love, to foster with tender care: Theocritus, 14,38): Alciphron 2,4; Antoninus 5,1).

Greek Monolingual

(AM θάλπω)
1. θερμαίνω, ζεσταίνω («θερμὴ ἡμᾶς ἀκτὶς θάλπει», Αριστοφ.)
2. παρηγορώ, εμψυχώνω, εγκαρδιώνω
3. περιποιούμαι, φροντίζω («τὴν πόλιν θάλπω» — περιβάλλω με αγάπη και στοργή την πόλη)
μσν.-αρχ.
1. εκκολάπτω
2. κάθομαι πάνω σε κάτι
αρχ.
1. (για πάθος) φλέγω, διεγείρω («ἡ Διὸς θάλπει κέαρ ἔρωτι», Αισχύλ.)
2. είμαι γεμάτος ζέση, είμαι σφριγηλός
3. ελκύω, διεγείρω τον πόθο («ἐμέ οὐδὲν θάλπει ἡ δόξα» — δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για την δόξα, Αλκίφρ.)
4. μέσ. θάλπομαι
στεγνώνω στη φωτιά («θάλπεται ῥάκη», Σοφ.)
5. παροιμ. «θάλπει τον δίφρον» — ζει τεμπέλικη ζωή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θάλ-π-ω, όπου το -π- είναι ένα επίθημα (πιθ. < ΙΕ χειλοϋπερωικό qw), οπότε το θάλπω συνδέεται με το θαλυκ-ρός. Η υπόθεση για παραγωγή του θάλπω από το θάλλω δεν φαίνεται πολύ πειστική. Η αρχική σημασία της λ. ήταν «θερμαίνω» — στον Όμηρο χρησιμοποιείται για το τόξο του Οδυσσέα, το οποίο θέρμαιναν για να γίνει πιο μαλακό. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία «καίω», προκειμένου περί πάθους, μετέπεσε δε και στη σημασία «αναθερμαίνω-ενθαρρύνω».
ΠΑΡ. θάλπος, θαλπτήριος, θαλπωρή
αρχ.
θαλπιώ, θαλπνός
αρχ.-μσν.
θάλψις
νεοελλ.
θαλπερός.
ΣΥΝΘ. Β' συνθετικό) αναθάλπω, περιθάλπω, υποθάλπω
αρχ.
αμφιθάλπω, αντιθάλπω, διαθάλπω, εκθάλπω, ενθάλπω, επιθάλπω, καταθάλπω, παραθάλπω, προσθάλπω, συνθάλπω.

Greek Monotonic

θάλπω: μέλ. -ψω,
I. ζεσταίνω, μαλακώνω μέσω της θερμότητας, σε Ομήρ. Οδ.· Παθ., ἐτήκετο, κασσίτερος ὣς θαλφθείς, σε Ησίοδ.· μεταφορ. μαλακώνω, απαλύνομαι, καταλαγιάζω, λόγοις, σε Αριστοφ.
II. 1. θερμαίνω, ζεσταίνω, χωρίς να μαλακώνω, καῦμ' ἔθαλπε (ενν. ἡμᾶς), σε Σοφ.· — Παθ., θάλπεσθαι τοῦ θέρους, ζεσταίνομαι το καλοκαίρι, σε Ξεν.· μεταφορ. είμαι ζωντανός, σε Πίνδ.
2. ζεσταίνομαι στη φωτιά, στεγνώνω, σε Σοφ., Ευρ.
III. 1. μεταφορ. λέγεται για το πάθος, ανάβω, φλέγομαι, «φουντώνω», σε Αισχύλ., Σοφ.
2. περιθάλπτω, παρηγορώ, περιποιούμαι, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

θάλπω:
1) нагревать, разогревать (στέατος τροχόν Hom.; τόξον Hom.): κασσίτερος θαλφθείς Hes. нагретое олово; ἔτι ἁλίῳ θάλπεσθαι Pind. греться еще на солнце, т. е. быть еще в живых;
2) греть, жечь, обжигать: χρόνον τοσοῦτον ἔς τε καῦμα ἔθαλπε Soph. все время, пока не стал жечь зной; ἡ ἁφὴ ἀπὸ πυρὸς θαλπομένη Sext. ощущение ожога от огня; θάλπεσθαι τοῦ θέρους Xen. страдать от летней жары;
3) сушить (ἁλίῳ πέπλους Eur.; ῥάκη θάλπεται Soph.);
4) перен. воспламенять, разжигать (κέαρ τινὸς ἔρωτι θ. Aesch.): ἱμέρου βέλει πρός τινος θάλπεσθαι Aesch. возгораться страстью к кому-л.; ἐς τί βλέψασα θάλπει τῷδε πυρί; Soph. из-за чего ты вне себя от радости? (досл. на что глядя горишь ты этим огнем?);
5) греть, лелеять (ἄλλον φίλον Theocr.; ἐκτρέφειν καὶ θ. τὴν ἑαυτοῦ σάρκα NT);
6) (sc. ἑαυτόν) греться: τρεῖς ποίας θάλψαι ὑπ᾽ ἠελίῳ Anth. прожить три лета;
7) пламенеть, быть страстным (αἱ ψυχραὶ φύσεις θάλπουσιν Arst.);
8) (ср. русск. «нагреть») обманывать, надувать: αἴ κε μὴ θαλφθῇ λόγοις Arph. если его нельзя будет провести словами.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: warm, rarely intr. be warm (Od.),
Other forms: aor. θάλψαι
Compounds: also with prefix, ἀνα-, ἐπι-, συν-, ὑπο- a. o.
Derivatives: θάλπος n. warmth (IA) with δυσ-θαλπής with bad warmth, shivery (Ρ 549); or from θάλπω; θαλπωρή refreshment (Hom.); θάλψις warming (Hp.); θαλπνός warming (Pi.; cf. τερπνός; Chantraine Formation 193); θαλπεινή Iris (Strömberg Pflanzennamen 82); PN Θάλπιος Β 620. Lengthened ptc. pres. θαλπιόων warm (τ 319, Arat. 1073; on the formation Risch 274).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: (Connection with θάλλω "make green" is improbable.) The root is also found in θαλυκρός, *dhal-ukʷ-; the syncopated form without -u-, gave θάλπω. Thus Kuiper, Lingua 21 (1968) 270-275; thus Furnée 384, 391. On syncope in Pre-Greek Fur. 378-385. S. θαλυκρός.

Middle Liddell


I. to heat, soften by heat, Od.:—Pass., ἐτήκετο, κασσίτερος ὣς θαλφθείς Hes.: metaph. to be softened, λόγοις Ar.
II. to heat, warm, without any notion of softening, καῦμ' ἔθαλπε (sc. ἡμᾶς) Soph.:—Pass., θάλπεσθαι τοῦ θέρους to be warm in summer, Xen.:—metaph. to be alive, Pind.
2. to warm at the fire, dry, Soph., Eur.
III. metaph. of passion, to heat, inflame, Aesch., Soph.
2. to cherish, comfort, foster, Theocr.

Frisk Etymology German

θάλπω: {thálpō}
Forms: Aor. θάλψαι
Grammar: v.
Meaning: erwärmen, selten intr. warm sein (seit Od.),
Composita : auch mit Präfix, ἀνα-, ἐπι-, συν-, ὑπο- u. a.
Derivative: Davon θάλπος n. Wärme (ion. att.) mit δυσθαλπής mit schlechter Wärme, frostig (Ρ 549) u. a.; auch auf θάλπω beziehbar; θαλπωρή Erquickung (Hom., späte Prosa); θάλψις Erwärmung (Hp. usw.); θαλπνός erwärmend (Pi.; vgl. τερπνός u. a.; Chantraine Formation 193); θαλπεινή Iris (Strömberg Pflanzennamen 82); EN Θάλπιος Β 620. Erweitertes Ptz. Präs. θαλπιόων warm (τ 319, Arat. 1073; zur Bildung Risch 274).
Etymology : Wenn indogermanisch, muß θαλπ- ein formantisches -π- enthalten (vgl. Schwyzer 702). Dadurch entsteht die Frage nach etwaiger Beziehung zu θάλλω ("grünen machen, beleben"?; WP. 1, 826). Sie kann weder bejaht noch bestimmt verneint werden. Vgl. θαλυκρός.
Page 1,650

Chinese

原文音譯:q£lpw 他而坡
詞類次數:動詞(2)
原文字根:保育 行
字義溯源:餵養^,乳養,使溫暖,安慰,撫育,顧惜;或源自(θάλασσα)X=茂盛,溫暖*)
出現次數:總共(2);弗(1);帖前(1)
譯字彙編
1) 餵養(1) 帖前2:7;
2) 撫育(1) 弗5:29