Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: θα Medium diacritics: θα Low diacritics: θα Capitals: ΘΑ
Transliteration A: tha Transliteration B: tha Transliteration C: tha Beta Code: qa

English (LSJ)

insep. affix in adverbial forms, e.g. ἔνθα.

Greek (Liddell-Scott)

θα: ἀχώριστον καταληκτικὸν μόριον ἐν ἐπιρρηματικοῖς τύποις, π.χ. ἔνθα· ― ἴδε ὡσαύτως -σθα.

Greek Monolingual

(μόριο)
1. δηλώνει κάτι που πρόκειται να γίνει στο μέλλον («θα γράψω»)
2. δηλώνει δυνητική διάθεση («θα έγραφα, αν είχα καιρό»)
3. δηλώνει κάτι το πιθανό («κάτι θα του έτυχε, γι αυτό δεν ήρθε»).
[ΕΤΥΜΟΛ. θα < θανά < θε' να (με αφομοίωση) < θελ' να (με απλοποίηση του συμπλέγματος λν) < φράση θέλω /θέλει ίνα. Στους χρόνους της Κοινής και στους πρώιμους μσν. χρόνους, ο μέλλοντας άρχισε να δηλώνεται περιφραστικά: έχω /έξομαι, ειμί /έσομαι, θέλω, μέλλω + απρμφ. ενεστ./αόρ. (π.χ. έχω γράψαι /γράφειν). Στους όψιμους μσν. χρόνους, ο μέλλοντας άρχισε να δηλώνεται με το θέλω / θέλει ίνα + υποτ., από το οποίο προέκυψε στους μεταβυζαντινούς χρόνους και μέχρι σήμερα η μορφή θα + υποτ.
η μορφή αυτή με υποτ. ενεστ. δήλωνε τον διαρκή μέλλοντα (πρβλ. θα γράφω), ενώ με υποτ. αορ. τον στιγμιαίο μέλλοντα (πρβλ. θα γράψω), διάκριση που δεν γινόταν στην αρχ. ελλ. (το αρχ. γράψω σήμαινε «θα γράφω» και «θα γράψω»). Επίσης το θα συνδυαζόμενο με τον παρακμ. σχηματίζει στη νέα Ελλ. τον τετ. μέλλ., δηλώνει δηλαδή ότι μια πράξη θα ολοκληρωθεί στο μέλλον: π.χ. θα έχω τελειώσει σε δύο ώρες. Στη νέα Ελλ., εξάλλου, το θα, συνδυαζόμενο με παρωχημένους χρόνους, λειτουργεί ως υποθετική δυνητική έγκλιση: 1) θα + πρτ.: Αυτή η ρηματ. φράση αποτελεί την απόδοση υποθ. λόγων που δηλώνουν το απραγματοποίητο στο παρόν: π.χ. Αν είχα χρόνο, θα πήγαινα στο θέατρο. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξής ρηματ. φράσεις: α) θα + πρτ. του ρ. μπορώ, με την οποία εκφράζεται μια δυνατότητα που προτείνεται, τίθεται υπό σκέψιν και αναφέρεται είτε στο παρελθόν: π.χ. θα μπορούσαμε να γράψουμε καλύτερα «δεν γράψαμε τόσο καλά», είτε στο μέλλον: π.χ. θα μπορούσες να πιάσεις δουλειά. Η ίδια ρηματ. φράση χρησιμοποιείται και ως ευγενική παράκληση: π.χ. θα μπορούσατε να μέ βοηθήσετε; αλλά και ως κριτική, εκφρασμένη με ευγενικό τρόπο: π.χ. θα μπορούσες να μιλάς καλύτερα «μίλα καλύτερα». β) θα + πρτ. του ρ. θέλω
εκφράζει επιθυμία: π.χ. θα ήθελα να πάω μια εκδρομή. γ) θα + πρτ. του ρ. πρέπει
εκφράζει υποχρέωση που προτείνεται και τίθεται υπό σκέψιν: π.χ. θα έπρεπε ίσως να της το πεις οίδιος. 2) θα + αόρ.: εκφράζει υποθετική σκέψη που αναφέρεται στο παρελθόν: π.χ. θα άργησε να φύγει από τη δουλειά «πιθανόν άργησε να φύγει». 3) θα + υπερσ.: αποτελεί απόδοση σε υποθ. λόγους που δηλώνουν το απραγματοποίητο στο παρελθόν: π.χ. Αν με άφηνες ήσυχη, θα είχα ήδη τελειώσει].