Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θαιροδύτης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θαιροδύτης Medium diacritics: θαιροδύτης Low diacritics: θαιροδύτης Capitals: ΘΑΙΡΟΔΥΤΗΣ
Transliteration A: thairodýtēs Transliteration B: thairodytēs Transliteration C: thairodytis Beta Code: qairodu/ths

English (LSJ)

[ῠ], ου, ὁ, pl.,

   A rings through which the reins pass, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1181] ὁ, Ring am Joch, durch den die Zügel gehen, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

θαιροδύτης: -ου, ὁ, ὁ κρίκος δι’ οὗ διέρχονται αἱ ἡνίαι, «θαιροδύται· οἱ εν τῷ ζυγῷ δακτύλιοι, δι’ ὧν οἱ ῥυτῆρες» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

θαιροδύτης, ό (Α)
πληθ. οί θαιροδύται
οι κρίκοι διά μέσου τών οποίων διέρχονται τα ηνία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θαιρός + -δύτης (< δύω), πρβλ. εκ-δύτης, επεν-δύτης.