Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θαλπωρή

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: θαλπωρή Medium diacritics: θαλπωρή Low diacritics: θαλπωρή Capitals: ΘΑΛΠΩΡΗ
Transliteration A: thalpōrḗ Transliteration B: thalpōrē Transliteration C: thalpori Beta Code: qalpwrh/

English (LSJ)

ἡ,

   A warming: metaph., comfort, consolation, οὐ γὰρ ἔτ' ἄλλη θαλπωρή Il.6.412, cf. Od.1.167; ἀντὶ δὲ θαλπωρᾶν [θῆκα γονεῦσι γόους] IG4.623 (Argos): pl., Tryph.128.—In late Prose, Jul.Or.8.243c.

German (Pape)

[Seite 1184] ἡ, Erwärmung, Hesych. θάλψις. Gew. übertr., Erquickung, Stärkung des Gemüthes, Ermuthigung, Trost u. Hoffnung, οὐ γὰρ ἔτ' ἄλλη θαλπωρή, Il. 6, 411, vgl. 10, 223 Od. 1, 167; θαλπωραί Tryphiod. 128.

Greek (Liddell-Scott)

θαλπωρή: ἡ θερμότης· μεταφ., παρηγορία, ἐλπίς, πηγὴ ἐλπίδος, οὐ γὰρ ἔτ’ ἄλλη θαλπωρὴ ΙΙ. 6. 412, πρβλ. Κ. 223, Ὀδ. Α 167· ἐν τῷ πληθ.. Τρυφ. 128, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 464.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
chaleur douce ; fig. tout ce qui réchauffe le cœur (encouragement, consolation, espérance, etc.).
Étymologie: θάλπω.

English (Autenrieth)

warming, met., comfort.

Greek Monolingual

η (AM θαλπωρή)
1. ευχάριστη θερμοκρασία, ζεστασιά («η θαλπωρή του χειμερινού ήλιου»)
2. εγκαρδίωση, στοργή, παρηγοριά (α. «η θαλπωρή της μητρικής αγκαλιάς» β. «οὐ γάρ ἔτ' ἄλλη ἔσται θαλπωρή, ἐπεὶ ἄν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θάλπω + κατάλ. -ωρή (πρβλ. αλε-ωρή, ελπ-ωρή)].

Greek Monotonic

θαλπωρή: ἡ, θερμότητα, ζεστασιά· μεταφορ. παρηγοριά, ελπίδα, παραμυθία, περίθαλψη, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

θαλπωρή: ἡ досл. тепло, перен. утешение, утеха, отрада: οὐκ ἔτ᾽ ἄλλη ἔσται θ., ἐπεὶ ἂν σύγε πότμον ἐπίσπῃς Hom. не будет (мне) больше отрады, если ты погибнешь; μᾶλλον θ. ἔσται Hom. тем приятнее (мне) будет.

Middle Liddell

θαλπωρή, ἡ,
warming: metaph. comfort, consolation, source of hope, Hom.