Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θαρραλέος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: θαρρᾰλέος Medium diacritics: θαρραλέος Low diacritics: θαρραλέος Capitals: ΘΑΡΡΑΛΕΟΣ
Transliteration A: tharraléos Transliteration B: tharraleos Transliteration C: tharraleos Beta Code: qarrale/os

English (LSJ)

θαρρέω, θαρρητικός, θάρρος, θαρρύνω, Att. for θαρσ-.

Greek (Liddell-Scott)

θαρρᾰλέος: θαρρέω, θαρρητικός, θάρρος, θαρρύνω, Ἀττ. ἀντὶ θαρσ-.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
I. confiant, résolu :
1 en b. part ἦτορ IL, ἐλπίδες ESCHL cœur confiant, espérances confiantes ; τὸ θαρσαλέον LYS confiance, hardiesse;
2 en mauv. part hardi, audacieux;
II. qui inspire la confiance, la résolution : ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι THC être tranquille, en sécurité ; θαρσαλεώτερον ἔσται IL j’aurai plus d’audace;
Cp. θαρσαλεώτερος, Sp. θαρσαλεώτατος.
Étymologie: θάρρος.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM θαρσαλέος, νεώτ. αττ. τ. θαρραλέος, -α, -ον)
άφοβος, τολμηρός, γεμάτος θάρρος (α. «θαρραλέος μαχητής» β. «θαρσαλέα φωνά», Πίνδ.)
αρχ.
1. αυτός στον οποίο πιστεύει κανείς, στον οποίο έχει εμπιστοσύνη κανείς, αυτός που εμπνέει θάρρος («ἐλπίδες θαρσαλέαι», Αισχύλ.)
2. παράτολμος, θρασύςθαρσαλέος και ἀναιδής», Ομ. Οδ.)
3. το ουδ. ως ουσ. το θαρραλέον και θαρσαλέον
α) η πεποίθηση, το θάρρος, η τόλμη
β) καθετί που μπορεί να τολμήσει κάποιος με θάρρος («οἱ μὲν δειλοὶ ἐπὶ τὰ θαρραλέα ἔρχονται, οἱ δὲ ἀνδρεῖοι ἐπὶ τὰ δεινά», Πλάτ.).
επίρρ...
θαρραλέως και -α (AM θαρραλέως)
με πολύ θάρρος, άφοβα
αρχ.
1. με θρασύτητα, με αναίδεια («ψευδῆ λέγειν θαρραλέως», Ισοκρ.)
2. φρ. «θαρραλέως ἔχω» — έχω θάρρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αττ. τ. του θαρσαλέος].

Greek Monotonic

θαρρᾰλέος: θαρρέω, θάρρος, κ.λπ., Αττ. αντί θαρσ-, κ.λπ.