Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεομπαίχτης

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

ο, θηλ. θεομπαίχτρα και θεομπαίχτισσα
1. αυτός που εμπαίζει τον θεό και τα θεία, ο ασεβής
2. ο απατεώνας, ο κακοήθης που υποκρίνεται τον ευσεβή για να αποκομίζει ατομικά κέρδη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + -μπαίχτης (< εμ-παίκτης < εμ-παίζω), τ. που απαντά μόνο στο παρόν συνθ. ουσιαστικό].