Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θρησκευτικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ θρησκευτικός, -ή, -όν) θρησκεύω
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη θρησκεία («θρησκευτικές τελετές»)
2. ευσεβής, θεοσεβής
νεοελλ.
(ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα θρησκευτικά
το μάθημα που διδάσκεται στα σχολεία σχετικά με τη θρησκεία.
επίρρ...
θρησκευτικώς
με θρησκευτικό τρόπο.