Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδέ

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(I)
ἰδέ (Α)
1. και («εὐφυέες κνῆμαί τε ἰδὲ σφυρὰ κάλ' ὑπένερθεν», Ομ. Ιλ.)
2. επιγρ. σ' αυτή την περίπτωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντωνυμία ι- (πρβλ. ι-θαγενής) + μόριο -δε].
(II)
και ιδές και ίδε (ΑΜ ἴδε, αττ. τ. ἰδέ)
1. βλέπε, δες («ἴδ', ὦ φίλα γυναικῶν», Σοφ.)
2. (ως επίρρ.) φρ. «Ίδε ο άνθρωπος»
«να, ο άνθρωπος», η φράση του Ποντίου Πιλάτου όταν παρουσίασε τον Ιησού με ακάνθινο στέφανο για να προκαλέσει τη συμπάθεια του όχλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. β' προσ. εν. προστ. του αορ. β' (είδον) του ορώ «βλέπω»].