Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδιούμαι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἰδιοῡμαι, -όομαι (Α) [[[ίδιος]] (Ι)]
1. παίρνω κάτι για τον εαυτό μου, οικειοποιούμαι («γῆν καὶ οἰκίας κατανειμαμένους ἰδιώσασθαι», Πλάτ.)
2. κάνω κάποιον φίλο
3. έχω δική μου σύσταση, είμαι διαφορετικός από τους άλλους.