Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδιούμαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ἰδιοῦμαι, -όομαι (Α) [[[ίδιος]] (Ι)]
1. παίρνω κάτι για τον εαυτό μου, οικειοποιούμαι («γῆν καὶ οἰκίας κατανειμαμένους ἰδιώσασθαι», Πλάτ.)
2. κάνω κάποιον φίλο
3. έχω δική μου σύσταση, είμαι διαφορετικός από τους άλλους.