Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιοχέαιρα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(I)
ἰοχέαιρα, ἡ (Α)
1. (επίθ. της Αρτέμιδος) αυτή που εκτοξεύει βέλη, η τοξεύτρια («ἰοχέαιρα παρθένος», Πίνδ.)
2. ως κύρ. όν. ἡ Ἰοχέαιρα
η Άρτεμις
3. αργότ. και επίθ. της φαρέτρας) αυτή που εκχύνει τα βέλη («ἰοχέαιρα φαρέτρα», Ανθ. Παλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (ΙΙ) + -χέαιρα. Το β' συνθετικό < χέω κατ' αναλογία προς τα γέρ-αιρα, χίμ-αιρα ή από αμάρτυρο ρηματικό παρ. χεFαρ. Κατ' άλλη άποψη -χέαιρα < χείρ, οπότε η δομή του συνθ. είναι ανάλογη του αρχ. ινδ. isu-hasta- «που κρατάει βέλος στο χέρι του». Η άποψη αυτή ωστόσο δεν ερμηνεύει το ἰοχέαιρα (ΙΙ)·].
(II)
ἰοχέαιρα, ἡ (Α)
(ως επίθ. του φιδιού ασπίς) αυτή που εκχύνει δηλητήριο («ἰοχέαιραν τἠν ἀσπίδα τὸ ζῷον», Νίκ.)
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰός (ΙΙΙ) + -χέαιρα. Βλ. ιοχέαιρα (Ι)].