Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισοζύγιο

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το
1. ισορροπία του ζυγού, το να αχθούν δύο πράγματα στην ίδια στάθμη, στο ίδιο επίπεδο, σε αντιστοιχία, σε ισοσταθμία
2. μτφ. εξίσωση, ισοσκέλιση εσόδων και εξόδων («το ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού» — η ισοσκέλιση τών εσόδων και εξόδων του κράτους)
3. (οικ.) φρ. α) «εμπορικό ισοζύγιο» — τμήμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στο οποίο παρουσιάζεται σε αξία η κίνηση τών εξαγόμενων και εισαγόμενων εμπορευμάτων μιας χώρας και το οποίο συντάσσεται σε τακτές χρονικές περιόδους
β) «ἱσοζύγιο πληρωμών» — λογιστική κατάσταση που απεικονίζει την αξία όλων τών οικονομικών συναλλαγών μεταξύ τών κατοίκων μιας χώρας και τών κατοίκων άλλων χωρών και διακρίνεται σε ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και σε ισοζύγιο κινήσεως κεφαλαίων
γ) «ἱσοζύγιο λογαριασμού» — η εξίσωση τών πιστώσεων και τών χρεώσεων
δ) «ενεργητικό ισοζύγιο» — όταν η αξία τών εξαγόμενων εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερη από την αξία τών εισαγόμενων
ε) «παθητικό ισοζύγιο» — όταν η αξία τών εξαγόμενων εμπορευμάτων είναι κατώτερη από την αξία τών εισαγόμενων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. balance].