Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάβαισος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κάβαισος Medium diacritics: κάβαισος Low diacritics: κάβαισος Capitals: ΚΑΒΑΙΣΟΣ
Transliteration A: kábaisos Transliteration B: kabaisos Transliteration C: kavaisos Beta Code: ka/baisos

English (LSJ)

[ᾰ], ὁ,

   A gluttonous fellow, Cratin.103. (Derived by Gramm. fr. κάβος and αἶσα and said to be a pr. n.; cf. Κάβαισος IG 5(2).271.9 (Mantinea, iv B.C.).)

German (Pape)

[Seite 1278] unersättlich, VLL. Von κάβος, Poll. 6, 43.

Greek (Liddell-Scott)

κάβαισος: ὁ, (κάβος) ἀδηφάγος, ἄπληστος, Κρατῖνος ἐν «Μαλθακοῖς» 7.

Greek Monolingual

κάβαισος, ὁ (Α)
αδηφάγος, άπληστος, λαίμαργος σύντροφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κάβαισος, η οποία απαντά και ως ανθρωπωνύμιο, θεωρήθηκε από τους αρχαίους γραμματικούς σύνθετη από τα κάβος και αἶσα (πρβλ. Ἀγόρ-αισος). Την άποψη όμως αυτή θέτει εν αμφιβόλω τόσο το ότι τα σύνθετα σε -αισος δεν είναι συχνά όσο και ότι η δάνεια λ. κάβος δεν είναι γνωστή πριν από τη μετάφραση τών Εβδομήκοντα].

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: gluttonous fellow (Kratin. 103), also PN (IG 5 : 2, 271, 9; Mantinea IVa).
Other forms: \/ κάβασος? Hardly to καμασός or καμασήν
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: - Acc. to the ancients from κάβος and αἶσα, which is of course nonsense. For the ending cf. Ἀγόραισος (GDI 3269, 12; 3386, 36; Schulze Kl. Schr. 665). Fur. 214 points to the v.l. κάβασος in Poll. 6, 43, which would give *kamasy-. He further connects καμασός βάραθρον, which is possible but of course uncertain; the comparison with καμασήν fish is even more uncertain. So perh. Pre-Greek, to which the whole structure of the word points. The meaning also points to a word of low standing.