Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάκη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κάκη Medium diacritics: κάκη Low diacritics: κάκη Capitals: ΚΑΚΗ
Transliteration A: kákē Transliteration B: kakē Transliteration C: kaki Beta Code: ka/kh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, (κακός)

   A wickedness, vice, E.Hipp.1335, Ar.Av.541, etc.; of a horse, Pl.Phdr.247b.    2 baseness of spirit, cowardice, sloth, ἄψυχον κάκην A.Th.192; λήματος κάκῃ ib.616; δειλίαν καὶ κ. E.IT676, cf. Med.1051; εἴκοντας κάκῃ Pl.Mx.246b; διὰ κάκην Id.R. 468a.

German (Pape)

[Seite 1298] ἡ, das Schlechte (κακός), schlechte Gesinnung, bes. Feigheit; ἄψυχος Aesch. Spt. 174; λήματος Spt. 598; δειλίαν καὶ κάκην κεκτήσομαι Eur. I. T. 676; λιπόντα τὴν τάξιν διὰ κάκην Plat. Rep. V, 468 a; Bosheit, Schlechtigkeit, σὴν ἁμαρτίαν τὸ μὴ εἰδέναι ἐκλύει κάκης Eur. Hipp. 1335; ἐμῶν πατέρων κάκην Ar. Av. 541; ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων Plat. Phaedr. 247 b; Legg. V, 737 b.

Greek (Liddell-Scott)

κάκη: ἡ, (κᾰκὸς) κακία, μοχθηρία, Εὐρ. Ἱππ. 1335, Ἀριστοφ. Ὄρν. 541, Πλάτ., κλ. ἐπὶ ἵππου, Πλάτ. Φαῖδρ. 247Β. 2) φαυλότης, ἀνανδρία, ὀκνηρία, ἄψυχον κάκην Αἰσχύλ. Θήβ. 192· λήματος κάκῃ αὐτόθι 616· δειλίαν καὶ κάκην Εὐρ. Ι. Τ. 676· εἴκοντας κάκῃ Πλάτ. Μενέξ. 246Β· διὰ κάκην ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 468Α.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 lâcheté;
2 méchanceté.
Étymologie: κακός.

Greek Monolingual

κάκη, ἡ (Α) κακός
1. κακία, μοχθηρία
2. δειλία, ανανδρία.

Greek Monotonic

κάκη: ἡ (κᾰκός),·
1. κακία, μοχθηρία, σε Ευρ., Αριστοφ. κ.λπ.
2. ταπεινότητα, χυδαιότητα πνεύματος, δειλία, νωθρότητα, αδράνεια, σε Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

κάκη: (ᾰ) ἡ1) малодушие, робость, трусость (ἄψυχος Aesch.; δειλία καὶ κ. Eur.);
2) негодность, испорченность, порочность (πατέρων Arph.; sc. ἵππου Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάκη -ης, ἡ [κακός] slechtheid, minderwaardigheid, spec. lafheid.

Middle Liddell

κάκη, ἡ, [κᾰκός]
1. wickedness, vice, Eur., Ar., etc.
2. baseness of spirit, cowardice, sloth, Aesch., Eur.