Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάμινος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες → The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κάμῑνος Medium diacritics: κάμινος Low diacritics: κάμινος Capitals: ΚΑΜΙΝΟΣ
Transliteration A: káminos Transliteration B: kaminos Transliteration C: kaminos Beta Code: ka/minos

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, oven, furnace, or kiln, for smelting, baking, burning earthenware and bricks, Hom.Epigr.14, Hdt.1.179, 4.164, A.Fr. 281, Critias 2.13 D., PPetr.3p.141 (iii B.C.), etc.: pl., of Hephaestus' forge, Anacreont.27A2; flue for warming a room, Gal.6.332, cf. 10.843; alcove, LXX Nu.25.8: prov. of one who ate hot dishes, κάμινος οὐκ ἄνθρωπος Crobyl.8; κάμινον ἔχων ἐν τῷ πνεύμονι, of a drunkard, Com.Adesp.633. (Perh. cogn. with καμάρα, q.v.)

German (Pape)

[Seite 1317] ὁ, Ofen; zum Schmelzen u. Bearbeiten der Metalle u. Erden, Schmelz-, Brennofen, ὤπτησαν τὰς πλίνθους ἐν καμίνοισι Her. 1, 179, Hom. ep. 14; zum Backen, Backofen; bei Ath. I, 5 f sagt Crobyl. von Einem, der heiße Speisen ißt κάμινος οὐκ ἄνθρωπος. Vgl. B. A. 49, 6 κάμινον ἔχων ἐν τῷ πνεύμονι, ἐπί τινος γυναικὸς μεθύσου. – Sp. Flamme, Feuer, Gluth.

French (Bailly abrégé)

ου (ἡ) :
four, fourneau.
Étymologie: R. ΚαϜ, brûler, v. καίω.

English (Strong)

probably from καίω; a furnace: furnace.

English (Thayer)

καμίνου, ὁ, ἡ (Homer, epistle 14,2etc., Herodotus on), a furnace (either for smelting, Xenophon, vectig. 4,49, or for burning earthen ware, or baking bread, Revelation 9:2.

Greek Monolingual

η (AM κάμινος)
περίκλειστος χώρος στο εσωτερικό του οποίου θερμαίνονται υλικά σε υψηλή θερμοκρασία προκειμένου να υποστούν φυσική ή χημική αλλοίωση, καμίνι («ἑλκύσαντες δὲ πλίνθους ἱκανὰς ὤπτησαν αὐτὰς ἐν καμίνοισι» Ηρόδ.)
μσν.
νεκρική πυρά
αρχ.
1. κλίβανος, φούρνος για ψήσιμο κρεάτων κ.λπ.
2. κτιστή θερμάστρα για τη θέρμανση δωματίου
3. νυφικός θάλαμος, παστάδα
4. παροιμ. «κάμινος οὐκ ἄνθρωπος» — γι' αυτόν που τρώει πολύ ζεστά φαγητά
5. παροιμ. «κάμινον ἔχων ἐν τῷ πνεύμονι» — για μέθυσο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. δάνεια λ., αβέβαιης προελεύσεως. Η λ. συσχετίστηκε προς το καμάρα. Τη λ. κάμινος δανείστηκε η λατ. με τη μορφή caminus.
ΠΑΡ. καμινεύω, καμίνι (AM -ιον)
αρχ.
καμιναίος, καμίνιος, καμινίων, καμινόθεν, καμινώ, καμινώδης
αρχ.-μσν.
καμινιαίος
μσν.- νεοελλ.
καμινάρης
νεοελλ.
καμινάδα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. καμινογραφία, καμινοκαύστης μσν. καμινοβίγλια. (Β' συνθετικό) αρχ. ηλιοκάμινος, πισσοκάμινος
νεοελλ.
ανθρακοκάμινος, ασβεστοκάμινος, γυψοκάμινος, κεραμοκάμινος, πυριτοκάμινος, υψικάμινος, φλογοκάμινος, φρεατοκάμινος].

Greek Monotonic

κάμῑνος: ἡ (καίω), φούρνος, κλίβανος, καμίνι, λέγεται για ψήσιμο, τήξιμο, λιώσιμο μετάλλων και για κάψιμο πυρότουβλων, σε Ηρόδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάμινος -ου, ἡ fornuis, oven.

Russian (Dvoretsky)

κάμῑνος: (ᾰ) ἡ
1 печь (для обжига или плавки), горн (ὀπτᾶν τὰς πλίνθους ἐν καμίνοισι Her.; ἐν καμίνῳ καίεται ὁ σίδηρος Arst.);
2 кухонная печь (βοῦς ὅλος ὀπτὸς ἐν καμίνῳ Her.; σῦκα ξηραινόμενα ταῖς καμίνοις Arst.): ἡ κ. τοῦ πυρός NT горящая печь, перен. адское пламя.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f. (cf. Schwyzer-Debrunner 34 n. 2; pap. VIp)
Meaning: furnace for smelting, baking, burning etc. (Hom. Epigr. 14, Hdt., A.).
Derivatives: (all rare, most late): Diminutive καμίνιον (Gp., Olymp. Alch.). Other subst.: καμινὼ γρηῦς furnace-woman (σ 27; Chantraine Formation 116); καμινεύς name of a artisan working at a furnace, e.g. smith or potter (D. S.; Boßhardt Die Nomina auf -ευς 76); καμινίων id. (Tegea IIp); καμινίτης ἄρτος (Philistion ap. Ath.; Redard Les noms grecs en -της 89). Adj.: καμίνιος belonging to the furnace (Thphr.); καμιναῖος id. (Ezek.) with καμιναία = κάμινος (LXX; cf. Chantraine 86); καμινώδης furnace-like (Str.). Verb καμινεύω burn, smelt in a furnace (Arist., Thphr., Str.) with καμινευτής = καμινεύς (Pap. IIIa, Luk.), καμινευτήρ (αὑλός) pair of ballows in a smithy (AP), f. -εύτρια (Aristarch.), καμινεία (-ία) burning, smelting (Thphr., Gal.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Technical loan of unknown origin (on the formation Schwyzer 491, Chantraine 205). The comparison with καμάρα (Prellwitz, Bq.) has little sense; that with OCS kamy stone (Hirt Ablaut 137, Falk-Torp Wb. s. kamin) is possible (Geramb WuS 9, 28); is the loan from the north or the east? (WP. 1, 349, Pok. 525). - From κάμινος Lat. camīnus with MHG kamin etc. (W.-Hofmann s. v.; s. also Vasmer Russ. et. Wb. s. kómin). - -ιν- is a Pre=Greek suffix.

Middle Liddell

κάμῑνος, ἡ, καίω
an oven, furnace, kiln, for baking, smelting metals, for burning bricks, Hdt.

Frisk Etymology German

κάμινος: {kámīnos}
Grammar: f. (vgl. Schwyzer-Debrunner 34 A. 2; -η Pap. VIp)
Meaning: Ofen zum Schmelzen, Brennen, Braten (Hom. Epigr. 14, Hdt., A. usw.).
Derivative: Mehrere Ableitungen, alle spärlich belegt, meist spät: Deminutivum καμίνιον (Gp., Olymp. Alch.). Sonstige Subst.: καμινὼ γρηῦς Ofenweib (σ 27; Chantraine Formation 116); καμινεύς N. eines Handwerkers, der an einem Ofen arbeitet, etwa Schmied od. Töpfer (D. S.; Boßhardt Die Nomina auf -ευς 76); καμινίων ib. (Tegea IIp); καμινίτης ἄρτος (Philistion ap. Ath.; Redard Les noms grecs en -της 89). Adj.: καμίνιος zum Ofen gehörig (Thphr.); καμιναῖος ib. (Ezek.) mit καμιναία = κάμινος (LXX; vgl. Chantraine 86); καμινώδης ofenähnlich (Str.). Verb καμινεύω im Ofen brennen, schmelzen (Arist., Thphr., Str.) mit καμινευτής = καμινεύς (Pap. IIIa, Luk.), καμινευτήρ (αὐλός) Blasebalg in einer Schmiede (AP), f. -εύτρια (Aristarch.), καμινεία (-ία) ‘Brennung, Schmelzung o. ä.’ (Thphr., Gal.).
Etymology: Technisches Lehnwort unbekannter Herkunft (zur Bildung Schwyzer 491, Chantraine 205). Der Vergleich mit καμάρα (Prellwitz, Bq u. A.) hat wenig Wert; die Zusammenstellung mit aksl. kamy Stein (Hirt Ablaut 137, Falk-Torp Wb. s. kamin) ist sachlich gewiß möglich (Geramb WuS 9, 28); es muß sich aber dann um eine nördliche oder östliche Entlehnung handeln (WP. 1, 349, Pok. 525). — Aus κάμινος lat. camīnus mit mhd. kamin usw. (W.-Hofmann s. v.; s. auch Vasmer Russ. et. Wb. s. kómin).
Page 1,772

Chinese

原文音譯:k£minoj 卡米挪士
詞類次數:名詞(4)
原文字根:燃燒(爐) 相當於: (אַתּוּן‎)
字義溯源:火爐^,烤爐,爐;或出自(καίω)=燒*)
出現次數:總共(4);太(2);啓(2)
譯字彙編
1) 爐(3) 太13:42; 太13:50; 啓1:15;
2) 火爐的(1) 啓9:2

Mantoulidis Etymological

ἡ (=καμίνι, φοῦρνος). Ἀπό τό καίω, ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.