Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάμπτω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κάμπτω Medium diacritics: κάμπτω Low diacritics: κάμπτω Capitals: ΚΑΜΠΤΩ
Transliteration A: kámptō Transliteration B: kamptō Transliteration C: kampto Beta Code: ka/mptw

English (LSJ)

fut.

   A κάμψω Il.7.118, S.OC91: aor. 1 ἔκαμψα Od.5.453, Pi.P.2.51, etc.:—Pass., fut. καμφθήσομαι D.Chr.77.33, Gal.UP2.15: aor. ἐκάμφθην A.Pr.513, Th.3.58: pf. inf. κεκάμφθαι Hp.Art.67, part. κεκαμμένος Arist.Metaph.1016a12, (ἐπι-, συγ-) Hp.Prog.3, X. Eq.7.2. (Cogn. with Lith. ka[mtilde]p-as 'corner', ku[mtilde]p-as 'curved', and prob. Lat. campus):—bend, curve, ὄφρα ἴτυν κάμψῃ that he may bend it into a chariot-rail, Il.4.486 (so metaph., κ. νέας ἁψῖδας ἐπῶν Ar.Th.53): freq. in phrase, γόνυ κ. bend the knee so as to sit down and rest, φημί μιν ἀσπασίως γόνυ κάμψειν Il.7.118, cf. 19.72; ὁ δ' ἄρ' ἄμφω γούνατ' ἔκαμψε Χεῖράς τε στιβαράς Od.5.453; οὐ κάμπτων γόνυ, i.e. never resting, A.Pr.32; ἄσμενός τἂν… κάμψειεν γόνυ ib. 398; ἵζω… κάμψας γόνυ E.Hec.1150; so κ. κῶλα S.OC19; then κάμπτειν alone, sit down, rest, ib.85, E.Hec.1080(lyr.); also γόνυ κ. bend the knee in worship, LXXIs.45.23, etc.:—Pass., bend oneself, opp. ἐκτείνεσθαι, Pl.Ti.74b; ὥσπερ ξύλον καμπτόμενον εὐθύνουσιν Id.Prt. 325d; ἡ κεκαμμένη (sc. γραμμή) a bent line, Arist.Metaph.l.c.    II turn or guide a horse or chariot round the turning-post (cf. καμπτήρ 11), κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν to double the post and return along the second half of the δίαυλος, A.Ag.344; κ. δρόμον B. 9.26; κάμπτοντος ἵππου as the horse was turning, S.El.744; κ. περὶ νύσσαν Theoc.24.120: metaph., κ. βίον to make the last turn in the course of life, S.OC91; κ. βίου τέλος E.Hipp.87, El.956; ὅταν κάμψῃς καὶ τελευτήσῃς βίον Id.Hel.1666; ἑξηκοστὸν ἥλιον κ. Herod.10.1; διὰ λόγου κάμψαι κακά to end evils by reasoning, E.Supp.748.    2 of seamen, double a headland, Ἡρακλέας στήλας Hdt.4.42; τὸ ἀκρωτήριον, τὴν ἄκρην, Id.4.43, 7.122; ὡς δὲ τὴν ἄκραν κάμπτοντας ἡμᾶς εἶδον Men. 15, cf. Aeschrio 8.3; Μαλέαν κ. Poet. ap. Str.8.6.20, D.S.13.64, etc.; κ. περὶ ἄκραν Ar.Ach.96; κ. κόλπον wind round the bay, Hdt.7.58.    3 abs., πάλιν κ. turn back, E.Ba.1225, Rh.234 (lyr.); ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν (κάμπτῃ codd.) thou comest near my meaning, Id.IT 815.    III in Music, κάμπτων με καὶ στρέφων ὅλην διέφθορεν (sc. Phrynis) with his turns and twists, Pherecr.145.15; κ. καμπήν Ar.Nu. 969; κ. ᾠδάς Philostr.VA4.39.    IV metaph., κάμπτειν τινά bow down, humble, Pi.P.2.51; ὁ Χρόνος μ' ἔκαμψε Crates Theb.17:—Pass., to be bent or bowed down, πημοναῖσι A.Pr.239, 308, cf. 513; κάμπτομαι I submit, Pl.Prt.320b, etc.; κάμπτεσθαι καὶ ἕλκεσθαι πρὸς φιλοσοφίαν Id.R.494e; πολλὰ κάμπτονται καὶ συγκλῶνται are warped, Id.Tht. 173b: abs., to be moved to pity, Th.3.58 (in full κ. εἰς ἔλεον Lib.Or. 59.85).

German (Pape)

[Seite 1318] 1) beugen, krümmen; ὄφρα ἴτυν κάμψῃ Il. 4, 486; ὑπὸ γλωχῖνα δ' ἔκαμψαν 24, 274; γόνυ u. γόνατα κάμπτειν, die Kniee beugen, um sich zu setzen u. auszuruhen, 7, 118. 19, 72; γόνατα χεῖράς τε, er bog die Kniee u. die Arme, ließ sie ermattet ruhen, Od. 5, 453; Aesch. οὐ κάμπτων γόνυ, ungebeugt, das Kniee nicht ausruhend, Prom. 32; ἄσμενος δὲ τἂν σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι κάμψειεν γόνυ, er möchte gern ausruhen, 396; κῶλα κάμψον τοῦδ' ἐπ' ἀξέστου πέτρου Soph. O. C. 19; so auch εὖτε νῦν ἕδρας πρώτων ἐφ' ὑμῶν τῆσδε γῆς ἔκαμψ' ἐγώ, da ich bei euch zuerst mich niedergelassen, 85; vgl. Eur. Hec. 1150; Ggstz εὐθύνω, Plat. Prot. 325 d; im med., καμπτόμενον τὸ σῶμα, sich krümmen, im Ggstz von ἐκτεινόμενον, Tim. 74 b; von Linien u. Flächen, dem διατείνεσθαι entggstzt, Plut. de ad. et amic. discr. 31; γραμμή, gekrümmte u. auch gebrochene Linie, Arist. Metaph. 4, 6 γραμμὴ κἂν κεκαμμένη ᾐ, συνεχὴς δέ, μία λέγεται u. τὴν δὲ κεκαμμένην καὶ ἔχουσαν γωνίαν. – 2) von der Rennbahn entlehnt, um das Ziel herumbiegen, umlenken u. auf der andern Seite zurückfahren; κάμπτοντος ἵππου Soph. El. 734; vgl. Aesch. Ag. 335; περὶ νύσσαν Theocr. 24, 119; sc. ἵππους od. ἅρμα u. dgl., übh. herumfahren, κάμψας τὸ ἀκρωτήριον, nachdem er um das Vorgebirge herumgefahren war, Her. 4, 43. 42. 7, 122 u. Folgde, wie Strab. VIII, 378 D. Sic. 13, 64; Ar. sagt περὶ ἄκραν κάμπτων Ach. 96; τὸν κόλπον κάμπτων Her. 7, 58; κάμψειε πάλιν θυμέλας οἴκων πάτρας Eur. Rhes. 235; absolut, πάλιν δὲ κάμψας εἰς ὄρος κομίζομαι τὸν παῖδα Bacch. 1225. – Uebertr., ἐνταῦθα κάμπτειν τὸν ταλαίπωρον βίον Soph. O. C. 91, enden den Lebenslauf, wie Eur. ὅταν δὲ κάμψῃς καὶ τελευτήσῃς βίον Hel. 1666. – Nach Hesych. auch τὸ ἐν τῇ ᾠδῇ καμπὰς ποιεῖν, wie νέας ἁψῖδας ἐπῶν Ar. Th. 53; Philostr. – 3) übertr., bewegen, rühren, u. stärker, demüthigen; ὑψιφρόνων τινὰ βροτῶν Pind. P. 2, 51; τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι Aesch. Prom. 237, vgl. 306. 511; ἐπειδὴ δὲ σοῦ ἀκούω κάμπτομαι Plat. Prot. 320 b; Ggstz καρτερεῖν, Lach. 192 e; ἐὰν κάμπτηται καὶ ἕλκηται πρὸς φιλοσοφίαν Rep. VI, 494 e; im schlechten Sinne, ἐπὶ τὸ ψεῦδος τρεπόμενοι πολλὰ κάμπτονται καὶ συγκλῶνται Theaet. 173 a; – καμφθῆναι καὶ μεταγνῶναι Thuc. 3, 58; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κάμπτω: μέλλ. κάμψω Σοφ. Ο. Κ. 91, Ἐπικ. ἀπαρ. -έμεν Ἰλ. Τ. 72· ἀόρ. ἔκαμψα Ὅμ., Ἀττ.· Παθ., μέλλ. καμφθήσομαι Ἀριστείδ., κλ.: ἀόρ. ἐκάμφθην Αἰσχύλ., Θουκ.: πρκμ. ἀπαρ. κεκάμφθαι Ἱππ. 830F, μετοχ. κεκαμμένος (ἐπι-, συγ-) ὁ αὐτ. 37, Ξεν. Ἱππ. 7. 2. (Ἐκ τῆς √ΚΑΜΠ, ἥτις φαίνεται ἐν ταῖς λέξεσι καμπή., καμπύλος· τὰ δὲ γνάμπτω, ἄγναμπτος εἰσὶν ἔτι μᾶλλον ἐπιτεταμ. τύποι, πρβλ. Σανσκρ. kump-as (ἀνάπηρος), Λιθ. kamp-as (γωνία), kump-as (κυρτόςἴσως καὶ Σανσκρ. kuk΄, kuñk-é (se incurvare).) Κάμπτω, κυρτώνω, ὄφρα ἴτυν κάμψῃ Ἰλ. Δ. 486 (πρβλ. ὑποκάμπτωσυχνάκις, γόνυ κάμπτω, κάμπτω τὸ γόνυ μου οὕτως ὥστε νὰ καθίσω καὶ νὰ ἀναπαυθῶ, φημὶ μιν ἁσπασίως γόνυ κάμψειν Ἰλ. Ζ. 118, πρβλ. Τ. 72· ὁ δ᾿ ἄρ᾿ ἄμφω γούνατ᾿ ἔκαμψεν χεῖράς τε στιβαρὰς Ὀδ. Ε. 453· οὐ κάμπτων γόνατ᾿, δηλ. οὐδόλως ἀναπαυόμενος, Αἰσχύλ. Πρ. 32· ἄσμενος δὲ τἄν.. κάμψειεν γόνυ αὐτόθι 398· ἵξω.. κάμψας γόνυ Εὐρ. Ἑκ. 1150· οὕτω, κάμ. κῶλα Σοφ. Ο. Κ. 19· ἀκολούθως, κάμπτειν μόνον, κάθημαι, ἀναπαύομαι, αὐτόθι 85, Εὐρ. Ἑκ. 1079· ἐπὶ προσευχῆς, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ Ἑβδ. (Ἠσαΐας ΜΕ΄, 23) · οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῇ Βάαλ Ἐπιστ. π. Ρωμ. ια΄, 5, κτλ.· (οὕτω, τιθέναι τὰ γόνατα Εὐαγγ. κ. Μάρκ. ιε΄, 19, κτλ.): ― Παθ., κάμπτομαι, ἀντίθετον τῷ ἐκτείνομαι, Πλάτ. Τίμ. 74Β· ἡ κεκαμμένη (δηλ. γραμμή), οὐχὶ ἡ εὐθεῖα, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 6, 14. ΙΙ. ἐν τῇ ἁρματηλασίᾳ, στρέφω τοὺς ἵππους τοῦ ἅρματος περὶ τὸν καμπτῆρα (καμπτήρ ΙΙ, πρβλ. καμπὴ ΙΙ)· κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν Αἰσχύλ. Ἀγ. 344· κάμπτοντος ἵππου, ἐνῷ ἔστρεφεν ὁ ἵππος, Σοφ. Ἠλ. 744· κάμ. περὶ νύσσαν Θεόκρ. 24. 117· ἐντεῦθεν μεταφ., κάμπτω βίον, κάμνω τὴν ἐσχάτην στροφὴν τοῦ βίου, Σοφ. Ο. Κ. 91· κάμπτειν βίου τέλος Εὐρ. Ἱππ. 87, πρβλ. Ἐλ. 1666, Ἠλ. 956· διὰ λόγου κάμπτω κακά, τελειώνω τὰ δυστυχήματα διὰ λόγου, ὁ αὐτ. ἐν Ἱκετ. 748. 2) οὕτως ἐπὶ ναυτιλλομένων, παρακάμπτω, περικάμπτω ἀκρωτήριον, Ἡρακλέας στήλας Ἡρόδ. 4. 42· τὸ ἀκρωτήριον, τὴν ἄκρην ὁ αὐτ. 4. 43., 7. 122· ὡς δὲ τὴν ἄκραν κάμπτοντας ἡμᾶς εἶδον Μένανδρ. ἐν «Ἁλιεῦσιν» 9· τὴν ἄκραν κάμπτων Αἰσχρίων ὁ Σάμιος παρ᾿ Ἀθην. 335C· Μαλέαν κ. Ποιητὴς παρὰ Στράβ. 378, Διόδ. 13. 64, κτλ.· ὡσαύτως, κάμπτειν περὶ ἄκραν Ἀριστοφ. Ἀχ. 96· ὡσαύτως, κάμπτω κόλπον, περικάμπτω τὸν κόλπ., Ἡρόδ. 7. 58. 3) ἀπολ., πάλιν κάμπτω, στρέφομαι ὀπίσω, Εὐρ. Βάκχ. 1225, πρβλ. Ρῆσ. 235· ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν (κοινῶς κάμπτῃ), ἔρχεσαι πλησίον τῆς ἰδικῆς μου ἰδέας, ὁ αὐτ. ἐν Ι. Τ. 815. ΙΙΙ. ἐπὶ τῆς Μουσικῆς, Φρῦνις δ᾿ ἴδιον στρόβιλον ἐμβαλών τινα κάμπτων με καὶ στρέφων ὅλην διέφθορεν, διὰ τῶν κάμψεων καὶ περιστροφῶν του μὲ κατέστρεψεν ἐντελῶς, Φερεκρ. ἐν «Χείρωνι» 1. 15, ἔνθα εἰσάγεται ἡ Μουσικὴ ἐν γυναικείῳ σχήματι καὶ λέγει τὰ εἰρημένα, ἴδε καμπή ΙΙΙ· κ. νέας ἁψίδας ἐπῶν Ἀριστοφ. Θεσμ. 53· κ. ᾠδὰς Φιλόστρ. 180. IV. μεταφορ. ὡς τὸ Λατ. flectere, inflectere, κάμπτειν τινὰ, καταβάλλειν, ταπεινοῦν, Πινδ. Π. 2.. 94: ― Παθ., κάμπτομαι, κυρτοῦμαι, πημοναῖσι Αἰσχύλ. Πρ. 237, 306, πρβλ. 513, Θουκ. 3. 58· κάμπτομαι, ὑποκύπτω, Πλάτ. Πρώτ. 320Β, κτλ.· κάμπτεσθαι καὶ ἕλκεσθαι πρὸς φιλοσοφίαν ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 494Ε· κ. ἐπὶ τὸ ψεῦδος, παρασύρεσθαι, περιπλέκεσθαι εἰς πράξεις ἀπατηλάς, ὁ αὐτ. ἐν Θεαίτ. 173Α.

French (Bailly abrégé)

f. κάμψω, ao. ἔκαμψα, pf. inus. Pass. ao. ἐκάμφθην, pf. κέκαμμαι, κέκαμψαι, κέκαμπται, etc.
courber, càd :
1 plier, faire fléchir : γόνυ, γούνατα IL, OD plier le genou, les genoux (pour s’asseoir, se reposer, etc.) ; κῶλα SOPH faire fléchir ses membres (pour s’asseoir) ; Pass. πημοναῖσι κάμπτεσθαι ESCHL fléchir sous le poids de la douleur ; καμφθῆναι THC se laisser fléchir;
2 diriger un cheval, un char autour de la borne dans l’hippodrome, càd doubler le but ; κάμπτοντος ἵππου SOPH comme le cheval tournait la borne ; p. anal. κάμπτειν ἀκρωτήριον HDT, ἄκρην HDT doubler un cap ; κόλπον HDT contourner un golfe ; fig. τὸν βίον SOPH parcourir le dernier terme de la vie;
Moy. κάμπτομαι s’approcher de.
Étymologie: R. Καμπ, courber.

English (Autenrieth)

fut. inf. -ψειν, aor. ἔκαμψα: bend, Il. 4.486; ‘into a lyre,’ Il. 24.274; freq. γόνυ, with weariness.

English (Slater)

κάμπτω
   1 bend met., break καὶ ὑψιφρόνων τιν' ἔκαμψε βροτῶν (sc. θεός) (P. 2.51)

English (Strong)

apparently a primary verb; to bend: bow.

English (Thayer)

future καμψω; 1st aorist ἐκαμψα;
a. to bend, bow: τό γόνυ (and τά γούνατα), the knee (the knees), used by Homer of those taking a seat or sitting down to rest (Iliad 7,118; 19,72); in Biblical Greek with the dative of person to one i. e. in honor of one, in religious veneration; used of worshippers: כָּרַע followed by לְ); πρός τινα, toward (unto) one, to bow oneself: κάμψει πᾶν γόνυ ἐμοί, shall bow to me (in honor), i. e. everyone shall worship me, ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ, in devout recognition of the name (of κύριος) which Jesus received from God, Winer s Grammar, 390 (365); Lightfoot, Meyer, in the place cited; also ὄνομα, especially sub at the end. Compare: ἀνακάμπτω, συγκάμπτω).

Greek Monolingual

(AM κάμπτω)
1. (μτβ.) λυγίζω, κυρτώνω κάτι, καθιστώ κυρτό κάτι που ήταν ευθύ, καμπυλώνω
2. μέσ. κάμπτομαι
λυγίζομαι, κυρτώνομαι, λυγίζω το σώμα μου, σκύβω, καμπουριάζω
3. (μτβ. και αμτβ.) βαδίζοντας ή πλέοντας παρακάμπτω κάποιο σημείο, στρέφομαι, κάνω στροφή, παρέρχομαι ένα σημείο κάνοντας στροφή γύρω από αυτό, παραλλάσσω, κν., για πλοίο, καβαντζάρω (α. «το πλοίο έκαμψε το ακρωτήριο» β. «έκαμψε ανατολικά»)
4. (μέσ. και παθ.) καταβάλλομαι ψυχικά ή σωματικά, νικιέμαι, εξαντλούμαι, λυγίζω, δεν αντέχω
5. (ενεργ. και μέσ.) αλλάζω γνώμη, μεταπείθομαι, έρχομαι στη γνώμη ή στη σκέψη άλλου, μεταστρέφομαι («ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις [ή: κάμπτη] φρενῶν» — έρχεσαι κοντά στη γνώμη μου, ασπάζεσαι τις σκέψεις μου, Ευρ.)
6. (μέσ. και παθ.) μτφ. υποχωρώ, ενδίδω, υποκύπτω, υποτάσσομαι (α. «οι γονείς κάμφθηκαν από τις παρακλήσεις του παιδιού» β. «ἐπειδή δέ σοῡ ἀκούω, κάμπτομαι», Πλάτ.)
αρχ.
1. στις αρματοδρομίες, στρέφω τα άλογα του άρματος γύρω από τη νύσσα, από τον καμπτήρα του ιπποδρόμου
2. (μτβ.) μτφ. καταβάλλω, ταπεινώνω κάποιον ή κάτι, τον κάνω να λυγίσει (α. «ὑψιφρόνων τιν' ἔκαμψε βροτῶν», Πίνδ.
β. «έκαμψαν την αντίσταση του εχθρού»)
3. παθ. εκτρέπομαι, παρασύρομαι, ξεφεύγω από τον καλό δρόμο, περιπλέκομαι σε πράξη όχι ενάρετη («ἐπὶ τὸ ψεῡδος τρεπόμενοι πολλὰ κάμπτονται», Πλάτ.)
4. μουσ. κάνω στροφή, αιφνίδια μεταβολή της μελωδίας
5. φρ. α) «κάμπτω βίον» — κάνω την έσχατη στροφή του βίου μου, βρίσκομαι στο τέλος της ζωής, πλησιάζω στον θάνατο (Σοφ.)
β) «κάμπτω γόνυ» και απλώς «κάμπτω»
(για πρόσ.) i) λυγίζω τα γόνατα για να καθήσω, κάθομαι, αναπαύομαι
ii) πλαγιάζω («πᾴ στώ... πᾴ κάμψω;», Ευρ.)
iii) γονυπετώ προσευχόμενος, δέομαι γονυκλινής, προσκυνώ, εκδηλώνω λατρεία σε θεό
γ) «πάλιν κάμπτω» — γυρίζω πίσω, στρέφομαι πίσω
δ) «ἡ κεκαμμένη (ενν. γραμμή)» — η μη ευθεία γραμμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το θ. καμπ- του ρ. ανάγεται σε ΙΕ ρίζα kam-p- «κάμπτω» και συνδέεται με το λεττον. kampis «στρογγυλό ξύλο», το λιθουαν. kampas «γωνία, καμπυλωτό ξύλο» και το γοτθ. hamfs «ανάπηρος». Υπάρχουν ορισμένοι άλλοι τ. με φωνήεν (φωνηεντικό ημίφωνο) -κ-, που εμφανίζουν πιθ. τη συνεσταλμένη μεταπτωτική βαθμίδα της ρίζας, όπως το αρχ. ινδ. kumpa- «ανάπηρος στο χέρι», το λιθουαν. kumpas «καμπύλος» και το λεττον. ρ. kumpt «κάμπτομαι». Η σύνδεση τους όμως με το κάμπτω δεν είναι ασφαλής. Ως α' συνθετικό, το ρ. εμφανίζεται και με τις μορφές καμπεσι- και καμψι- δημιουργώντας σύνθετα του τύπου τερψί-μβροτος. Παράγωγά του πέρασαν ως δάνεια σε άλλες γλώσσες και κατόπιν επανήλθαν με άλλη σημασία και μορφή στην ελλ. ως αντιδάνεια (βλ. λ. γάμπα, καμπούρης).
ΠΑΡ. καμπή, καμπτήρ(ας), καμπτός, καμπύλος, κάμψις
αρχ.
καμπτή, κάμπτρον, καμψός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. καμπεσίγουνος, καμπεσίγυιος, καμψιδίαυλος, καμψίουρος, καμψίπους, καμψόδυνος. (Β' συνθετικό) ανακάμπτω, επανακάμπτω, παρακάμπτω, συγκάμπτω, υπερκάμπτω
αρχ.
αποκάμπτω, διακάμπτω, εγκάμπτω, επικάμπτω, επισυγκάμπτω, κατακάμπτω, παρεγκάμπτω, περικάμπτω, προοανακάμπτω, συνανακάμπτω, υποκάμπτω
νεοελλ.
υπερκάμπτω].

Greek Monotonic

κάμπτω: (εκτετ. τύπος από την √ΚΑΜΠ, βλ. καμπή)· μέλ. κάμψω, Επικ. απαρ. -έμεν· αόρ. αʹ ἔκαμψα — Παθ., αόρ. αʹ ἐκάμφθην· λυγίζω, κυρτώνω, ὄφρα ἴτυν κάμψῃ, σε Ομήρ. Ιλ.· γόνυ κ., κλίνω, λυγίζω τα γόνατα έτσι ώστε να καθίσω και να ξεκουρσθώ, στο ίδ.· οὐ κάμπτων γόνυ, δηλ. αυτός που δεν ξεκουράζεται, δεν αναπαύεται ποτέ, σε Αισχύλ.· ομοίως και, κ. κῶλα, σε Σοφ.· έπειτα, το κάμπτειν μόνο του, κάθομαι, αναπαύομαι, ξεκουράζομαι, στον ίδ.· επίσης, γόνυ κ., κλίνω τα γόνατα ώστε να προσευχηθώ (στάση προσευχής), σε Καινή Διαθήκη
II. 1. στρέφω ή οδηγώ άλογο ή άρμα γύρω από την στροφή (καμπή II)· απ' όπου, λέγεται για το άλογο ή για το άρμα, κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλονπάλιν, παρακάμπτω την στροφή (καμπτήρ) και γυρίζω στο δεύτερο μισό του διαύλου, σε Αισχύλ.· κάμπτοντος ἵππου, ενώ το άλογο έστριβε, σε Σοφ.· μεταφ., κ. βίον, κάνω την τελευταία στροφή στο δρόμο της ζωής, στον ίδ.· κ. βίου τέλος, σε Ευρ.
2. ομοίως επίσης, λέγεται για ναυτικούς, παρακάμπτω το ακρωτήρι, ἄκρην κ., σε Ηρόδ.· επίσης, κ. περὶ ἄκραν, σε Αριστοφ.· κ. κόλπον, παρακάμπτω τον κόλπο, σε Ηρόδ.
3. απόλ., πάλιν κ., γυρίζω πίσω, σε Ευρ.· ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν, έρχεσαι πιο κοντά στις δικές μου ιδέες, στον ίδ.
III. μεταφ., όπως το Λατ. flectere, κάμπτειν τινά, καταβάλλω ή ταπεινώνω κάποιον, σε Πίνδ. — Παθ., κάμπτομαι, ταπεινώνομαι, σε Αισχύλ., Θουκ.· κάμπτομαι, υποκύπτω, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

κάμπτω:
1) гнуть, сгибать: ἴτυν κ. δίφρῳ Hom. сгибать обод, т. е. делать колесо для колесницы; γούνατ᾽ ἔκαμψεν χεῖράς τε Hom. (Одиссей в изнеможении) согнул колени и руки, т. е. ноги и руки (его) бессильно повисли; οὐ κάμπτων γόνυ Aesch. не сгибая колена, т. е. не присаживаясь, не зная отдыха; κῶλα κ. Soph. дать отдых членам тела, т. е. прилечь или присесть; ξύλον διαστρεφόμενον καὶ καμπτόμενον Plat. покосившееся и искривленное дерево; γραμμὴ κεκαμμένη Arst. извилистая, т. е. кривая или ломаная линия;
2) огибать, объезжать (ἀκρωτήριον Her.; περὶ ἄκραν Arph.); объезжать финиш (на ристалищах), делать поворот в конце ристалища (вокруг στήλη ἄκρα Soph.): κ. τὸν βίον Soph. окончить жизнь; διὰ λόγου κάμψαι κακά Eur. избежать дурного исхода путем переговоров, мирным образом; ἐγγὺς τῶν φρενῶν τινος κ. Eur. близко подойти к чьим-л. мыслям, т. е. сойтись с кем-л. во мнениях;
3) перен. округлять, отделывать, сочинять (νέας ἁψῖδας ἐπῶν Arph.);
4) перен. гнуть, смирять, подчинять (ὑψιφρόνων βροτῶν τινα Pind.): πημοναῖσι κάμπτεσθαι Aesch. склоняться под тяжестью бедствий; κάμπτεσθαι πρὸς φιλοσοφίαν Plat. поддаться влиянию философии; κάμπτεσθαι ἐπὶ τό ψεῦδος Plat. становиться жертвой лжи; καμφθῆναι καὶ μεταγνῶναι Thuc. уступить и изменить (свое) мнение.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάμπτω buigen, met acc.:; γόνυ κάμπτειν knie buigen Il. 7.118; ὥσπερ ξύλον καμπτόμενον εὐθύνουσιν zij buigen hem recht als een krom stuk hout Plat. Prot. 325d; overdr. door buigen tot stand brengen:; κάμπτει νέας ἁψῖδας ἐπῶν hij buigt nieuwe vers-bogen Aristoph. Th. 53; ontspannen:; οὐ κάμπτων γόνυ zonder rust te nemen Aeschl. PV 32; κῶλα κάμψον ontspan uw ledematen Soph. OC 19; abs.: gaan zitten:; πῇ κάμψω; waar moet ik gaan zitten? Eur. Hec. 1079; pass. overdr.: gekweld worden:; τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι ik word gekweld door dit soort misère Aeschl. PV 237; tot andere gedachten worden gebracht; zich laten vermurwen. m. b.t. een keerpunt buigen, draaien: abs..; κάμπτοντος ἵππου terwijl het paard het keerpunt nam Soph. El. 744; πάλιν κ. omdraaien Eur. Ba. 1225; περὶ νύσσαν ἀσφαλέως κάμπτειν veilig rond het keerpunt draaien Theocr. 24.120; met acc..; κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν het keerpunt nemen en terug de andere helft van de dubbele baan afleggen Aeschl. Ag. 344; overdr. beëindigen:; κάμψειν τὸν ταλαίπορον βίον de eindstreep van het moeizame leven te zullen passeren Soph. OC 91; διὰ λόγου κάμψαι κακά door redenering rampspoed beëindigen Eur. Suppl. 748; zeevaartterm ronden:. κ. Ἡρακλέας στήλας de zuilen van Heracles ronden Hdt. 4.42.4; κ. περὶ ἄκραν om een kaap heen varen Aristoph. Ach. 96. muz. moduleren.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: bend, bow, curve (Il., IA.).
Other forms: fut. κάμψω, aor. κάμψαι, pass. καμφθῆναι (A., Th.; v. l. Ι 158), perf. pass. κεκάμφθαι (Hp.),
Compounds: often with prefix, e. g. ἀνα-, κατα-, ἐπι-, περι-, συν-; as 1. member e. g. in καμψί-πους adjunct of Ἐρινύς (A. Th. 791 [lyr.]), meaning uncertain,
Derivatives: Substant. 1. (ἀνα-, ἐπι-, περι-, συγ-)καμπή bow, curvature (IA.) with κάμπιμος bent (E. IT 81, verse end; after πομπή : πόμπιμος, s. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 81); ἐπικάμπ-ιος forming an ἐπικαμπή, bow, bend, milit. a. building techn. expression (Ph. Bel., Plb.). 2. (ἀνα-, κατα-, ἐπι-, συγ- etc.) κάμψις bow, curving (IA.); s. Schwyzer 444 n. 11. 3. καμπτήρ, -ῆρος m. "bender, curver", as milit. and sport-term bend, turning-point of the racing course (X., Arist., Herod.) with καμπτήριος (sch.). 4. περικάμπτης tergiversator (gloss.). - Adject. 5. καμπύλος bent, curved (Il.; after ἀγκύλος, Chantraine Formation 250) with καμπύλη f. crook (Ar., Plu.), καμπουλίρ (= καμπυλίς) ἐλαίας εἶδος. Λάκωνες H., καμπυλότης being curved (Hp., Arist.), καμπύλλω curve (Hp.), also καμπυλεύομαι, καμπυλόομαι (medic.), καμπυλιάζω (Phot., Suid.); poet. lengthening καμπυλόεις (AP; Schwyzer 527). 6. ἐπι-, περι-καμπής curved, from ἐπι-, περι-κάμπτω (vgl. Chantraine 426f., Strömberg Prefix Studies 101). 7. καμπτικός flexible (Arist., Poll.). 8. καμψόν καμπύλον H.; after γαμψός? (cf. Schwyzer 516, Chantraine 434, Stang Symb. Oslo. 23, 46ff.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: This root, which is well represented in Greek, has a verbal stem καμπ- without ablaut, with the primary verbal noun καμπ-ή (with καμπ-ύλος?) and κάμπ-τω with κάμψαι etc., and has in the other languages scattered nominal representatives, partly in metaph. meanings and therefore not always certain: Latv. kampis curved wood, hook for a kettle, Lith. kam̃pas corner, side, hidden place, also curved wood at the collar (of a horse), with which agree both Lat. campus field (prop. (bow) Biegung, (lower field) Niederung?) and a German. adj. mutilated, lame, e. g. Goth. hamfs. "Beside it stands with final -b (cf. on σκαμβός) a Celtic adjective curved, OIr. camm etc. (< *cambo-; to which Krahe Beitr. z. Namenforschung 3, 231 connects the brook- and place-name Kobenz < *Kambantia); cf. further Campona GN in Pannonia). - Further there are in Baltic several words for curved etc. with u-vowel, Lith. kum̃pas curved, Latv. kùmpt become bent, verschrumpfen a. o., which may have a reduced vowel-grade, but at the same time have a popular character and therefore can only be added here with reserve." The same applies perhaps even more to a few Skt. words: kumpa- lame in the hand (lex.) and, because of the meaning, Skt. kampate tremble; cf. Mayrhofer KEWA s.vv." More forms in Pok. 525, W.-Hofmann s. campus, Fraenkel Lit. et. Wb. s. kam̃pas. - From κάμψαι perh. Lat. campsāre sail around, bend off (Span. cansar etc., Rice Lang. 19, 154ff.); from καμπή Lat.-Rom. camba, gamba (see Fohalle Mélanges Vendryes 157ff., Kretschmer Glotta 16, 166f.) and Alb. kāmbë leg, foot (Mann Lang. 17, 19 and 26, 380); from καμπύλος Osman. kambur hump, humpy > NGr. καβούρης (Maidhof Glotta 10, 10); in Byz. γαμματίζω = κάμπτω, -ομαι Amantos assumes (s. Kretschmer Glotta 16, 179) a noun *γάμμα, *κάμμα. - I have maintained here Frisk's discussion, as it shows clearly how unreliable the material is; it is rather from a substratum language. To this comes that IE would require a form *kh₂mp-, a type that is quite rare. The conclusion can only be that καμπ- is of Pre-Greek origin. - Cf. on γαμψός and γνάμτω, for which I also arrived at this conclusion.

Middle Liddell

[lengthd. from Root !καμπ, v. καμπή
I. to bend, curve, ὄφρα ἰτὺν κάμψηι that he may bend it into a chariot-rail, Il.; γόνυ κ. to bend the knee so as to sit down and rest, Il.; οὐ κάμπτων γόνυ, i. e. never resting, Aesch.; so, κ. κῶλα Soph.; then, κάμπτειν alone, to sit down, rest, Soph.;—also, γόνυ κ. to bend the knee in worship, NTest.
II. to turn or guide a horse or chariot round the turning-post (καμπή II); hence, of the horse or chariot, κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν to double the post (καμπτήρ) and return along the second half of the δίαυλος, Aesch.; κάμπτοντος ἵππου as the horse was turning, Soph.:—metaph., κ. βίον to make the last turn in the course of life, Soph.; κ. βίου τέλος Eur.
2. so also of seamen, to double a headland, ἄκρην κ. Hdt.; also, κ. περὶ ἄκραν Ar.; κ. κόλπον to wind round the bay, Hdt.
3. absol., πάλιν κ. to turn back, Eur.; ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν thou comest near my meaning, Eur.
III. metaph., like Lat. flectere, κάμπτειν τινά to bend or bow one down, Pind.:—Pass. to be bowed down, Aesch., Thuc.; κάμπτομαι I submit, Plat. {{FriskDe |ftr=κάμπτω: (ion. att.),
{kámptō}
Forms: Fut. κάμψω, Aor. κάμψαι (seit Il.), Pass. καμφθῆναι (A., Th. u. a.; v. l. Ι 158), Perf. Pass. κεκάμφθαι (Hp. usw.),
Grammar: v.
Meaning: biegen, beugen, krümmen.
Composita : oft mit Präfix, z. B. ἀνα-, κατα-, ἐπι-, περι-, συν-,
Derivative: Ableitungen. Substantiva. 1. (ἀνα-, ἐπι-, περι-, συγ-)καμπή Biegung, Krümmung (ion. att.) mit κάμπιμος gebogen (E. IT 81, Versende; nach πομπή : πόμπιμος, s. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 81); ἐπικάμπιος [[eine ἐπικαμπή, Einbiegung bildend, milit. u. bautechn. Ausdruck (Ph. Bel., Plb., Inschr. u. a.). 2. (ἀνα-, κατα-, ἐπι-, συγ- usw.) κάμψις Biegung, Krümmung (ion. att.); als Vorderglied z. B. in καμψίπους Beiwort der Ἐρινύς (A. Th. 791 [lyr.]), Bedeutung unklar, s. Schwyzer 444 A. 11. 3. καμπτήρ, -ῆρος m. "Bieger, Krümmer", als milit. und sportlicher Terminus Biegung, Wendepunkt der Rennbahn (X., Arist., Herod. usw.) mit καμπτήριος (Sch.). 4. περικάμπτης tergiversator (Gloss.). — Adjektiva. 5. καμπύλος gebogen, krumm (vorw. ep. ion. poet. seit Il.; nach ἀγκύλος, Chantraine Formation 250) mit καμπύλη f. Krummstab (Ar., Plu. u. a.), καμπουλίρ (= καμπυλίς)· ἐλαίας εἶδος. Λάκωνες H., καμπυλότης Krummheit (Hp., Arist.), καμπύλλω krümmen (Hp.), auch καμπυλεύομαι, καμπυλόομαι (Mediz.), καμπυλιάζω (Phot., Suid.); poetische Erweiterung καμπυλόεις (AP; Schwyzer 527). 6. ἐπι-, περικαμπής gekrümmt, von ἐπι-, περικάμπτω (vgl. Chantraine 426f., Strömberg Prefix Studies 101). 7. καμπτικός biegsam (Arist., Poll.). 8. καμψόν· καμπύλον H.; nach γαμψός? (vgl. Schwyzer 516, Chantraine 434, Stang Symb. Oslo. 23, 46ff.).
Etymology : Diese im Griechischen wohl ausgebildete Wortsippe, die auf einem ablautlosen Verbalstamm καμπ- aufgebaut ist, wovon das primäre Verbalnomen καμπή (mit καμπύλος?) und das ebenfalls primäre κάμπτω mit κάμψαι usw., hat in anderen Sprachen verstreute nominale Vertreter, z. T. in übertragenen Bedeutungen und somit nicht immer ganz einwandfrei: lett. kampis Krummholz, Kesselhaken, lit. kam̃pas Winkel, Ecke, Kante, verborgener Ort, auch Krummholz am Kummet, womit sowohl lat. campus Feld (eig. Biegung, Niederung?) als auch ein german. Adj. verstümmelt, gelähmt, z. B. got. hamfs, lautlich übereinstimmen; daneben steht mit auslautendem -b (vgl. zu σκαμβός) ein keltischer Adjektiv krumm, air. camm usw. (aus *cambo-; dazu nach Krahe Beitr. z. Namenforschung 3, 231 der Bach- und Ortsname Kobenz < *Kambantia); vgl. außerdem Campona ON in Pannonia. — Hinzu kommen im Baltischen zahlreiche Wörter für krumm mit u-Vokal, lit. kum̃pas gekrümmt, krumm, lett. kùmpt krumm werden, verschrumpfen u. a. m., die eine reduzierte Vokalstufe enthalten können, aber gleichzeitig einen volkstümlichen Charakter haben und deshalb nur mit Vorbehalt hier einzureihen sind. Dasselbe gilt vielleicht in noch höherem Maße von ein paar aind. Wörtern: kumpa- lahm an der Hand (Lex.) und, wegen der Bedeutung, aind. kampate zittern; vgl. Mayrhofer Wb. s.vv. Weitere Formen mit reicher Lit. bei WP. 1, 350f., Pok. 525, W.-Hofmann s. campus, Fraenkel Lit. et. Wb. s. kam̃pas. — Aus κάμψαι stammt lat. campsāre umsegeln, abbiegen (wovon span. cansar usw., Rice Lang. 19, 154ff.); aus καμπή lat.-rom. camba, gamba (dazu Fohalle Mélanges Vendryes 157ff., Kretschmer Glotta 16, 166f.) und alb. kāmbë Bein, Fuß (Mann Lang. 17, 19 und 26, 380); aus καμπύλος osman. kambur Buckel, buckelig > ngr. καβούρης (Maidhof Glotta 10, 10); in byz. γαμματίζω = κάμπτω, -ομαι vermutet Amantos (s. Kretschmer Glotta 16, 179) ein Nomen *γάμμα, *κάμμα.
Page 1,774-775 }}

Chinese

原文音譯:k£mptw 坎普拖
詞類次數:動詞(4)
原文字根:彎曲 相當於: (בְּרַךְ‎) (כָּפַף‎) (כָּרַע‎)
字義溯源:屈*,屈服,屈膝,彎曲,跪拜。這字用了四次,每次都與膝字相連:屈膝
同源字:1) (ἀνακάμπτω)轉回 2) (κάμπτω)屈 3) (συγκάμπτω)一同彎曲
同義字:1) (κάμπτω)屈 2) (κλίνω)傾斜 3) (συγκάμπτω)一同彎曲
出現次數:總共(4);羅(2);弗(1);腓(1)
譯字彙編
1) 屈(2) 羅11:4; 弗3:14;
2) 必⋯跪拜(1) 羅14:11;
3) 皆屈(1) 腓2:10