Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάχλασμα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: κάχλασμα Medium diacritics: κάχλασμα Low diacritics: κάχλασμα Capitals: ΚΑΧΛΑΣΜΑ
Transliteration A: káchlasma Transliteration B: kachlasma Transliteration C: kachlasma Beta Code: ka/xlasma

English (LSJ)

only in form κόχλασμα (q.v.).

German (Pape)

[Seite 1409] τό, das Geräusch, welches anschlagende Wellen, siedendes Wasser u. ä. machen, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

κάχλασμα: τό, ὁ κρότοςψόφος, ὃν οἱ κάχληκες ἐκ τῶν κυμάτων ταραττόμενοι παράγουσιν, Ἡσύχ.· ὁ δὲ Εὐστ. εἰς Ἰλ. Ψ. ἑρμηνεύει προσέτι «βράσμα, ζέσις, πάφλασμα».

Greek Monolingual

κάχλασμα, τὸ (Α)
βλ. κόχλασμα.