Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέρτομος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κέρτομος Medium diacritics: κέρτομος Low diacritics: κέρτομος Capitals: ΚΕΡΤΟΜΟΣ
Transliteration A: kértomos Transliteration B: kertomos Transliteration C: kertomos Beta Code: ke/rtomos

English (LSJ)

ον, A = κερτόμιος, κέρτομα βάζειν Hes.Op.788; χοροὶ κ. Hdt. 5.83 (v.l. κερτομίοισι), cf. D.H.7.72, Ael.NA5.54. II mocking, delusive, παῖς h.Merc.338; χαρά E.Alc.1125; χάριτες Id.Fr.492.2; ἁρμονία, of Echo, AP7.191 (Arch.).—Poet. word used once by Hdt., and in late Prose.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1425] (κέαρτέμνω), eigtl. herzschneidend, herzkränkend, dah. höhnend, verspottend; κέρτομα βάζειν Hes. O. 786; ἢ κέρτομός με θεοῦ τις ἐκπλήσσει χαρά Eur. Alc. 1128, d. i. betrügerisch; vgl. H. h. Merc. 338; θυσίῃσί τε τὰ ἀγάλματα καὶ χοροῖσι κερτόμοισι ἱλάσκοντο Her. 5, 83, dem nachher κακῶς δὲ ἠγόρευον οἱ χοροί entspricht; κέρτομος καὶ σατυρικὴ παιδιά D. Hal. 7, 72, u. sonst einzeln bei Sp.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
injurieux, malveillant, moqueur.
Étymologie: κείρω, τέμνω.

Greek Monolingual

κέρτομος, -ον (Α)
1. κερτόμιος, υβριστικός («χοροὶ κέρτομοι», Ηρόδ.)
2. σκωπτικός, απατηλός («κέρτομός με θεοῡ τις ἐκπλήσσει χαρά», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κέρ-στομος. Το α' συνθετικό κερ- πιθ., < σκερ- του σκερδόλλω, ενώ το β' < -στομος < στόμα. Παλαιότερη ετυμολ. < κείρω + τέμνω δεν είναι σήμερα ευρύτερα αποδεκτή. Το ρ. κερτομῶ δεν θεωρείται παρ. του κέρτομος, αλλά παράλληλος σχηματισμός από τα ίδια συνθετικά].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κέρτομος -ον [κείρω, τέμνω?] zelden in proza beledigend:. κέρτομα βάζειν beledigend spreken Hes. Op. 788. vals, leugenachtig:. κέρτομός μ ’ ἐκ θεοῦ τις ἐκπλήσσει χαρά; verbijstert een valse vreugde afkomstig van een godheid mij? Eur. Alc. 1125.

Russian (Dvoretsky)

κέρτομος:
1) насмехающийся, издевающийся, осыпающий насмешками (οἱ χοροί Her.): κέρτομα βάζειν Hes. говорить насмешливые слова, вышучивать;
2) плутоватый, лукавый (παῖς HH);
3) обманчивый, ложный (χαρά Eur.; ἁρμονία Anth.).

English (Woodhouse)

κέρτομος = deceptive, delusive

⇢ Look up "κέρτομος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)