Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέστρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κέστρος Medium diacritics: κέστρος Low diacritics: κέστρος Capitals: ΚΕΣΤΡΟΣ
Transliteration A: késtros Transliteration B: kestros Transliteration C: kestros Beta Code: ke/stros

English (LSJ)

ὁ,

   A sharpness or roughness on the tongue, Hsch.    2 first sprout of seeds, Id.    II bolt discharged from engines, invented in the war with Perseus, Plb.27.11.1 (s.v.l.), D.H.20.1.

German (Pape)

[Seite 1426] ὁ, ein Pfeil mit einer fingerdicken, zwei Hände breiten Spitze, drei Fuß lang, der mit zwei ungleichen Stricken geschleudert wurde, Suid., Inscr. – Nach Hesych. auch ἡ ἐν τῇ γλώττῃ τραχύτης.

Greek (Liddell-Scott)

κέστρος: ὁ, τραχύτης ἐπὶ τῆς γλώσσης, Ἡσύχ. 2) ἡ πρώτη ἔκφυσις τῶν σπερμάτων, ὁ αὐτ. ΙΙ. φοβερὸν εἶδος βελῶν ἐξακοντιζομένων ἐκ πολεμικῆς μηχανῆς ἐπινοειθείσης κατὰ τὸν πρὸς τὸν Περσέα πόλεμον (ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Σουΐδ. εἶναι «κατὰ τὸν Περσικὸν πόλεμον»), Πολύβ. παρὰ Σουΐδ.· τὸ αὐτὸ καλεῖται καὶ κεστροσφενδόνη παρὰ Λιβαν. 42. 65· ― κεστρο-φύλαξ, ακος, ὁ, ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν φύλαξιν τῶν τοιούτων μηχανῶν, Συλλ. Ἐπιγρ. 268 ΙΙ. 7., 270 ΙΙΙ. 15., 280.

Greek Monolingual

κέστρος, ὁ (Α) κεντώ
1. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ ἐπὶ τῆς γλώσσης τραχύτης»
2. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ πρώτη ἔκφυσις τῶν σπερμάτων»
3. είδος βελών που εξακοντίζονταν από πολεμική μηχανή, η οποία επινοήθηκε κατά τον πόλεμο εναντίον του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα.

Russian (Dvoretsky)

κέστρος: ὁ кестр (род стреломета) Polyb.