Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καββαλικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: καββᾰλικός Medium diacritics: καββαλικός Low diacritics: καββαλικός Capitals: ΚΑΒΒΑΛΙΚΟΣ
Transliteration A: kabbalikós Transliteration B: kabbalikos Transliteration C: kavvalikos Beta Code: kabbaliko/s

English (LSJ)

ή, όν, Lacon. for καταβλητικός,

   A good at throwing, of wrestlers: in Comp. καββαλικώτερος Plu.2.236e, Gal.Thras.45: metaph., more ready to trip up one's neighbour, M.Ant.7.52: καββαλική (sc. τέχνη), ἡ, art of wrestling, Gal. l.c.

German (Pape)

[Seite 1278] ή, όν, lakonisch für καταβαλικός, der Niederwerfer, ein guter Ringer, der seine Gegner niederzuwerfen weiß, καταβάλλει; Plut. οὐδεὶς ἐγένετο καββαλικώτερος Lac. apophth. extr.; M. Anton. 7, 52 u. a. Sp.; ἡ καββαλική, die Ringerkunst, von Galen. καταβλητική erkl.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
habile à renverser (son adversaire), càd bon lutteur;
Cp. καββαλικώτερος.
Étymologie: κάββαλε.

Greek Monolingual

καββαλικός, -ή, -όν (Α)
(λακων. τ.)
1. καταβλητικός
2. (για παλαιστή) ικανός, άξιος να καταβάλει τον αντίπαλό του
3. (το συγκρ.) μτφ. καββαλικώτερος
προθυμότερος να υποσκελίσει τον πλησίον του
4. το θηλ. ως ουσ. ἡ καββαλικὴ (ενν. τέχνη)
η τέχνη του παλαιστή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη από καταβολικός (< καταβάλλω) με αποκοπή του -α- και αφομοίωση του -τ-].

Russian (Dvoretsky)

καββᾰλικός: лак. опытный в опрокидывании противника (οὐ κρείσσων, ἀλλὰ καββαλικώτερος ἀνταγωνιστής Plut.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: good in throwing somebody to the ground of a fighter (Gal. Thras. 45)
Derivatives: Compar. καββαλικότερος (Plu. Mor.236e, M. Ant. 7, 52).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Lac. = καταβλητικός.