Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθημερινός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

German (Pape)

[Seite 1285] = Folgdm, täglich, spätere Form, N. T., Plut. Lyc. 10, Ath. VI, 259 f.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
quotidien, journalier.
Étymologie: κατά, ἡμέρα.

English (Strong)

from κατά and ἡμέρα; quotidian: daily.

English (Thayer)

καθημερινῇ, καθημερινον (from καθ' ἡμέραν), daily: Theophrastus, Athen., Plutarch, Alciphron, epistles 1:5;. Josephus, Antiquities 3,10, 1; (11,7, 1); Polyaen. 4,2, 10.) Cf. Lob. ad Phryn., p. 53 (yet see Liddell and Scott); W, 25 (25f)).

Greek Monolingual

και καθημερνός και καθεμερνός -ή, -ό
(AM καθημερινός, -ή, -όν)
1. αυτός που γίνεται κάθε μέρα (α. «καθημερινές ασχολίες» β. «καθημερινά γυμνάσια», Αιλ.)
2. αυτός που επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, συνηθισμένος («αυτό το βάσανο έγινε πια καθημερινό»)
νεοελλ.
1. το θηλ. ως ουσ. η καθημερινή
η εργάσιμη μέρα
3. το ουδ. ως ουσ. το καθημερινό
η ποσότητα τροφής ή χρημάτων που απαιτείται για κάθε μέρα
4. (το ουδ.πληθ. ως ουσ.) τα καθημερινά
τα ρούχα που φοριούνται κατά τις εργάσιμες μέρες
μσν.
(το ουδ. ως επίρρ.) καθημερινό(ν) και καθημερνό(ν) και καθεμερνό
κάθε μέρα, καθημερινά.
επίρρ...
καθημερινώς και -ά και καθημερνάκαθημερινώς και -ά και καθημερνά)
κάθε μέρα, καθημερινά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. «καθ' ἡμέραν»].

Russian (Dvoretsky)

κᾰθημερινός: ежедневный, повседневный (κώθων, προσκρούσματα Plut.; διακονία NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καθημερινός -ή -όν [καθημέριος] dagelijks:. κώθων καθημερινὸς ἔσται we zullen elke dag het glas heffen Plut. Pyrrh. 14.12.

Chinese

原文音譯:kaqhmerinÒj 卡特-誒姆里挪士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:向下-日(的)
字義溯源:天天的;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(ἡμέρα)*=日)組成
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 天天(1) 徒6:1