Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κακοπροαίρετος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που έχει κακή προαίρεση, κακή πρόθεση
2. ο αρνητικά διατεθειμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + προαιρούμαι].