Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλύβα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και καλύβη, η (AM καλύβη)
μονώροφος οικίσκος από ένα δωμάτιο, χωρίς ξύλινο πάτωμα, ο οποίος στεγάζεται με χόρτα και κλαδιά
νεοελλ.
1. εξοχικό παράπηγμα από κλαδιά, χόρτα ή καλάμια, σανίδες κ.ά. πρόχειρα υλικά
2. (στο Άγιο Όρος) καθεμιά από τις μικρές κατοικίες τών μοναχών οι οποίες συναποτελούν τη σκήτη
αρχ.
1. (μτγν., ποιητ.) νυφικός θάλαμος, παστάδα
2. πάπ. κουνουπιέρα
3. προκάλυμμα, σκέπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλύπτω, με ηχηρό -β- στη θέση του άηχου -π-. Ο νεοελλ. τ. καλύβα ερμηνεύεται ως μεγεθυντικό του υποκορ. καλύβιον, αναλογικά προς άλλα συγκεκριμένα παροξύτονα θηλ. σε -α, όπως σκάλα < σκαλί(ον), σούβλα < σουβλί(ον)].