Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κανονίζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κᾰνονίζω Medium diacritics: κανονίζω Low diacritics: κανονίζω Capitals: ΚΑΝΟΝΙΖΩ
Transliteration A: kanonízō Transliteration B: kanonizō Transliteration C: kanonizo Beta Code: kanoni/zw

English (LSJ)

(κανών)

   A measure or judge by rule, Longin.16.4; measure, regulate, τὰς πράξεις ἡδονῇ καὶ λύπῃ Arist.EN1105a3, cf. S.E.M.7.158; τῇ πείρᾳ τὴν ἐνέργειάν τινος Dsc.Praef.2; τὴν ψυχήν Procl.Par.Ptol. 16:—Pass., πάντα κεκανόνισται πρὸς δικαιοσύνην Aristeas 168; ἡδονῇ κανονιζόμενον Phld.Po.5.25; τοῖσιν [τοῖς πλάνησι] κανονίζεται αἰών App.Anth.3.147 (Theon or Hermes).    2 prescribe rules for, c.acc., Simp.in Ph.980.23.    II assess for taxation, PLond.5.1674.34 (Pass., vi A. D.).    III Gramm., κανονίζεται the rule is... A.D. Pron.21.20: generally, Heliod. ap. Orib.46.9.4.    2 Act., conjugate, give the paradigm of a verb, Sch.E.Hec.1293:—Pass., Sch.Opp. H.1.259, etc.; to be parsed as... εἰς ἀόριστον Sch.E.Ph.1188.

German (Pape)

[Seite 1321] nach der Richtschnur, Regel machen, beurtheilen; κανονίζομεν δὲ καὶ τὰς πράξεις Arist. Eth. Nic. II, 2; πρὸς τὰ ἔπειτα κανονιστέον τὰ τοιαῦτα Luc. de hist. conscr. 9; S. Emp. adv. math. 7, 175, oft. Oefter bei den Gramm. = Etwas der Regel anpassen, regeln, vgl. τοῖσιν (den Planeten) ἀεὶ κανονίζεται αἰών Theon. 2 (App. 40); bes. decliniren u. conjugiren, ableiten. – Bei den K. S. = in den Kanon der heiligen Schriften aufnehmen.

Greek (Liddell-Scott)

κᾰνονίζω: (κανὼν) μετρῶ ἢ κρίνω διὰ κανόνος, Λογγῖνος 16. 4· μετρῶ, ῥυθμίζω, τὰς πράξεις ἡδονῇ καὶ λύπῃ Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 3, 8· τοῖσι τοῖς πλάνησιν κανονίζεται αἰὼν Ἀνθ. Παλ. παράρτ. 40. ΙΙ. παρὰ τοῖς Γραμμ., κανονίζεται, ἀκολουθεῖ τὸν κανόνα, Θεοδόσ. 1020, 11., 1034, 20., 980, 28. ΙΙΙ. παρ’ Ἐκκλ., δέχομαι εἰς τὸν κανόνα τῶν Γραφῶν, Ἀθαν. ΙΙ. 1177C, Ψευδο-Ἀθαν. IV. 281A, 289B. IV. κάμνω κανόνα, περὶ τῶν ἐκκλησιαστ. κανόνων, Σωκρ. 2, 17. - Ἀπροσώπως, κανονίζεται, εἶναικανών, Βασίλ. IV. 805Α. V. ἐπιβάλλω κανόνα, δηλ. ἐκκλησιαστικὴν ποινήν, τινὰ Ῥωμαν. καὶ Κ. Πορφυρογ. Νεαρ. 274.

French (Bailly abrégé)

ao. ἐκανόνισα;
régler, soumettre à une règle.
Étymologie: κανών.

Greek Monolingual

(AM κανονίζω) κανών
1. ρυθμίζω, διευθετώ κάτι βάσει ορισμένου κανόνα, δηλ. υποδείγματος, μοντέλου, προτύπου, τακτοποιώ, ρυθμίζω
2. επιβάλλω ορισμένους κανόνες σε κάτι
νεοελλ.
1. καθορίζω κάτι επακριβώς, με λεπτομέρειες («κανονίζω το πρόγραμμα των μαθημάτων»)
2. εξομαλύνω, τακτοποιώ, αποκαθιστώ («κανόνισαν τις διαφορές τους»)
3. εξοφλώ τη χρηματική μου οφειλή σε κάποιον, πληρώνω το χρέος μου («δεν κατόρθωσα να κανονίσω τους δανειστές μου»).
4. μτφ. τιμωρώ, σωφρονίζω, επαναφέρω στην τάξη κάποιον
5. (με αισχρή σημ.) γαμώ, συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι με γυναίκα
6. σωφρονίζω κάποιον, τον επαναφέρω στην τάξη («θα σου τον κανονίσω εγώ πολύ καλά»)
7. φρ. α) «θα τον (τήν, τους) κανονίσω» — θα του φερθώ με σκληρό τρόπο, θα τον τιμωρήσω
β) «κανονίζω τους λογαριασμούς» — τακτοποιώ μια υπόθεση
γ) «κανονίζω τη στάση μου» — φέρνω σε συμφωνία, εναρμονίζω
δ) ειρων. «καλά τά κανονίσατε» — τακτοποιήσατε το θέμα ή την υπόθεση έτσι όπως σάς βόλευε
νεοελλ.-μσν.
εκκλ.
1. ορίζω εκκλησιαστικό κανόνα, δογματίζω
2. επιβάλλω «κανόνα μετανοίας» σε κάποιον που αμάρτησε
μσν.
1. υπάγω κάποιον σε κανόνα, τον εκπαιδεύω
2. εφαρμόζω γραμματικό κανόνα
3. ανακηρύσσω κάποιον άγιο
4. μέσ. (γραμμ. για μέρη του λόγου) ρυθμίζομαι
5. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κανονισμένος, -η, -ον
α) καθαγιασμένος
β) (για πρόσ.) μοναχός
αρχ.
1. μετρώ, κρίνω κάτι σύμφωνα με δεδομένο κανόνα
2. πάπ. ορίζω το φορολογικό ποσοστό, επιβάλλω ορισμένη φορολογία
3. εκκλ. δέχομαι κάποιο βιβλίο στον κανόνα τών Ιερών Γραφών
4. γραμμ. (ως απρόσ.) κανονίζεται
ακολουθεί τον κανόνα
5. φρ. «κανονίζω πρός τι» — ρυθμίζω σύμφωνα με κάτι.

Greek Monotonic

κᾰνονίζω: μέλ. -ίσω (κανών), μετρώ ή κρίνω βάση κανόνα, σε Λογγίν.· ρυθμίζω, τετραγωνίζω, ισιώνω, σε Αριστ., Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

κᾰνονίζω:
1) подчинять правилу, управлять, направлять, регулировать (κ. τὰς πράξεις τινί Arst.; τὸ κανονιζόμενον οὐ χωρὶς κανόνος κανονίζεται Sext.);
2) (на основании правила) определять, судить (τι πρός τι Luc.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κανονίζω [κανών] beoordelen, afmeten:. κανονίζομεν... τὰς πράξεις... ἡδονῇ καὶ λύπῃ onze handelingen beoordelen wij aan de hand van van genot en pijn Aristot. EN 1105a3.

Middle Liddell

κᾰνονίζω, κανών
to measure by rule, Longin.: to regulate, square, Arist., Anth.