Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καραμπόλα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η
1. α) επιτυχημένο χτύπημα της σφαίρας στο σφαιριστήριο, στο μπιλιάρδο, όταν ο παίκτης χτυπά με τη σφαίρα του τις δύο άλλες
β) είδος παιγνιδιού στο σφαιριστήριο κατά το οποίο κερδίζει όποιος επιτύχει τις περισσότερες καραμπόλες
2. μτφ. α) αλλεπάλληλη πρόσκρουση ενός σώματος πάνω σε άλλα ή κάθε ισχυρή σύγκρουση δύο σωμάτων
β) (ειδικότερα) αλυσιδωτή σύγκρουση αυτοκινήτων, του ενός πάνω στο άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. carambole (η κόκκινη σφαίρα του μπιλιάρδου) < ισπ. carambola με αρχική σημ. «καρπός του δένδρου carambil της Μαλαισίας που έμοιαζε με πορτοκάλι»].