Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρπὸς

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek (Liddell-Scott)

καρπὸς: (Α), ὁ, (ἴδε ἐν τέλει):- ὡς καὶ νῦν· παρ᾽ Ὁμ. καὶ Ἡσ. (μόνον καθ᾽ ἑνικ.) τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῶν καρπῶν τῆς γῆς, τῶν σιτηρῶν, καρπὸς ἀρούρης Ἰλ. Ζ. 142· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 117· οὕτω, καρ. Δήμητρος Ἡρόδ. 1. 193, κτλ.· Δηοῦς Ἀριστοφ. Πλ. 515· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ οἴνου, οἶνον ἐΰφρονα καρπὸν ἀρούρης Ἰλ. Γ. 246· ἀλλ᾽ ἁπλῶς: καρπός, ἐπὶ τοῦ σίτου, κτλ., κατ᾽ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἀμπέλους ἢ τὸν οἶνον, Ἀριστοφ. Νεφ. 1119, Ἐκκλ. 14· καρποῦ ξυγκομιδή, ἡ συγκομιδή, ὁ θερισμός, Θουκ. 3. 15: ― ἐπὶ δένδρων, καρ. λωτοῖο, κρανείης Ὀδ. Ι. 94, Κ. 242· μελιηδέα κ., ἐπὶ σταφυλῶν, Ἰλ. Σ. 568· κ. ἐλαίας Πινδ. Ν. 10. 65· ἀμπέλινος Ἡρόδ. 1. 212· τὸν ἐπέτειον καρπόν, τοὺς καρποὺς τοῦ ἔτους, Πλάτ. Πολ. 470Β· ― ἐν τῷ πληθ., καρπῶν ἐστερημένοι διξῶν, στερηθέντες τῆς παραγωγῆς δύο ἐτῶν, Ἡρόδ. 8. 142· καρ. ὑγροὶ καὶ ξηροί, δηλ. τὰ προϊόντα δένδρων καὶ τῶν ἀγρῶν, Ξεν. Οἰκ. 5. 20· οὕτω, ξύλινοι καὶ σιτικοὶ καρποὶ Στράβ. 240. 2) σπόρος γεννημάτων, Ξεν. Οἰκ. 16. 12, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 2, 1. ΙΙ. καθόλου, «καρπός», παραγωγή, κέρδος, ὄφελος, οἱ καρποὶ ἐκ τῶν ἀγελῶν Ξεν. Κύρ. 1. 1, 2· τῶν ἀναλωμένων τοὺς καρποὺς Ἰσαῖος 53. 38· οὕτω τὸ μέλι καλεῖται καρπὸς ὑγρὸς παρὰ Πορφυρ. περὶ Ἀποχ. Ἐμψύχ. 2. 20· τὸ ἔριον, καρ. εὐανθὴς μήλων Ὀππ. Ἁλ. 2. 22· ΙΙ. ἐπὶ ἐνεργειῶν, καρπὸς, ἀποτέλεσμα, ἐπακολούθημα, κέρδος, κτλ. εἰ καρπὸς ἔσται θεσφάτοισι Λοξίου, ἂν οἱ χρησμοὶ αὐτοῦ καρποφορήσωσι, δηλ. ἐπαληθεύσωσιν, ἐκπληρωθῶσιν, Αἰσχύλ. Θήβ. 618· γλώσσης ματαίας καρ., δηλ. αἱ κατάραι, ὁ αὐτ. ἐν Εὐμ. 830· ὁμιλίας κακῆς… καρ. οὐ κομιστέος ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 600· οὐκ ἐξάγουσι καρπὸν οἱ ψευδεῖς λόγοι Σοφ. Ἀποσπ. 717, πρβλ. Πλάτ. Φαῖδρ. 260 C· συχνὸν παρὰ Πινδ., ἐπέων δὲ καρπὸς οὐ κατέφθινε, δὲν ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος, Ι. 8 (7). 101· καρ. φρενῶν, ἡ σοφία, Π. 2. 135· ἀλλά, καρ. φρενός, περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὠδῶν, Ο. 7. 15· ἥβας καρπός, αἱ πρῶται τρίχες τοῦ γενείου, Ο. 6. 67· ἀλλὰ ὡσαύτωςπαρθενία, Π. 9. 193, κτλ. ― Καθ’ Ἡσύχ. «καρποῦ δίκη (Λυσίας)· τῷ βλάψαντι καρπὸν οὕτως ἐδίκαζον» Ἡσύχ., Φώτ. (Ἐντεῦθεν κάρπιμος, καρπόω, καὶ ἴσως κρώπιον (δρέπανον)· πρβλ. Λατ. carp-o, carp-tor· Λιθ. kerpù (seco, meto)· Ἀγγλο-Σαξ. hearf-est (θερισμός, Ἀγγλ. harvest)· Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμ. herb-ist (herbst)).