Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρφί

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (AM καρφίον Μ και καρφίν)
νεοελλ.
1. έξυπνη αλλά και δηκτική απάντηση
2. συνεκδ. άνθρωπος που έχει ετοιμότητα και δηκτικότητα στις απαντήσεις
3. συνεκδ. καταδότης, προδότης, χαφιές
4. (στο βόλεϋ) βολή της μπάλας ώστε αυτή να πέσει όσο το δυνατό πιο κατακόρυφα και απότομα στον χώρο της αντίπαλης ομάδας
5. φρ. α) «καρφί δεν μού καίγεται» — αδιαφορώ τελείως σαν να επρόκειτο για ασήμαντο πράγμα
β) «τά 'κανα γυαλιά καρφιά» — τά κατέστρεψα τελείως, αναστάτωσα τα πάντα
γ) «κάθομαι στα καρφιά» — ανυπομονώ, ανησυχώ
δ) «(βαράει) μια στο καρφί και μια στο πέταλο» — είναι ασταθής άνθρωπος
υποστηρίζει αντιφατικές απόψεις ή επιδιώκει τελείως διαφορετικά πράγματα
ε) «κόβω καρφιά» — κρυώνω πολύ
6. παροιμ. α) «του φτωχού το ήβρεμα (ή βρεσιμιό ή βρέσιμο) ή καρφί ή πέταλο» — του φτωχού και η τύχη είναι πενιχρότατη
β) «κάθε πόρτα έχει το καρφί της» — κάθε άνθρωπος έχει τα βάσανά του
νεοελλ.-μσν.
1. μακρόστενο, συν. μεταλλικό, κομμάτι, αιχμηρό στο ένα άκρο, με κεφαλή στο άλλο, το οποίο χρησιμοποιείται για τη στερεή σύνδεση μεταλλικών ή ξύλινων κομματιών ή εξαρτημάτων, ο ήλος, ο γόμφος, η πρόκα
2. ο δοθιήν
μσν.
φρ. «ἔχω καρφὶν εἰς τὴν καρδίαν» — με στενοχωρεί κάτι
αρχ.
1. μικρό άχυρο
2. στον πληθ. τὰ καρφία
τα πλοκάμια τοὺ πολύποδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καρφ-ίον, (υποκορ. του κάρφος «ξερό χόρτο, άχυρο». Επειδή τα πρώτα «καρφιά» ήταν ξύλινα, ονομάστηκαν καρφία πιθ. λόγω του υλικού και του σχήματός τους (ίσως δηλ. έμοιαζαν με ξύλινα κλαδάκια). Αργότερα η λ. επεκτάθηκε και στα μεταλλικά καρφιά, οπότε εκτόπισε τη λ. ήλος].