Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καστανιέτα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
(και συν. στον πληθ.) οι καστανιέτες
ζεύγος χειροκροτάλων με τα οποία οι χορεύτριες συνοδεύουν τον χορό ή που χρησιμοποιούνται και στις ορχήστρες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. castaneta (υποκορ. του castana) < λατ. castanea «κάστανο»].