Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάλυμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κατάλῠμα Medium diacritics: κατάλυμα Low diacritics: κατάλυμα Capitals: ΚΑΤΑΛΥΜΑ
Transliteration A: katályma Transliteration B: katalyma Transliteration C: katalyma Beta Code: kata/luma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A lodging, Plb.2.36.1 (pl.), UPZ120.5 (ii B. C.), LXXEx.4.24, Aristeas 181 (pl.), Ev.Marc.14.14, Iamb.Bab.13; δημόσιον κ. D.S.14.93; billet for troops, PSI4.341.8 (iii B. C.): in pl., provision of quarters, IG5(2).515 (Lycosura, i B. C./i A. D.):—Dim. κατ-λῠμάτιον, τό, PCair.Zen.205 (iii B. C.).

German (Pape)

[Seite 1361] τό, Ort, wo man einkehrt, Wirthshaus, Herberge, nach Moeris hellenistisch für das alte καταγώγιον, N. T. u. a. Sp.; Wohnung, Zimmer übh., Pol. 2, 36, I; LXX.

Greek (Liddell-Scott)

κατάλῠμα: τὸ, πανδοκεῖον, τὸ μέρος ἔνθα καταλύει τις καὶ μένει Πολύβ. 2. 36, 1, Ἑβδ. (Ἔξ. Δ´, 24), Καιν. Διαθ.· παρὰ μεταγεν. ἐν γένει κατοικία (ὁ Μοῖρις σημειοῖ, «κατάλυμα Ἕλληνες, καταγώγιον Ἀττικοί»).

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 endroit où l’on délie son attelage, ses bagages, càd hôtellerie, auberge;
2 séjour, résidence.
Étymologie: καταλύω.

English (Strong)

from καταλύω; properly, a dissolution (breaking up of a journey), i.e. (by implication) a lodging-place: guestchamber, inn.

English (Thayer)

καταλυματος, τό (from καταλύω, c.; which see), an inn, lodging-place: מָלון, an eating-room, dining-room (A. V. guest-chamber): לִשְׁכָּה, Polybius 2,36, 1 (plural); 32,19, 2; Diodorus 14,93, 5; (others; cf. Winer's Grammar, 25,93 (89)).)

Greek Monolingual

το (AM κατάλυμα) καταλύω
στεγασμένος χώρος στον οποίο μπορεί κάποιος να καταλύσει προσωρινά, σταθμόςκατάλυμα στρατιωτών»)
αρχ.
εφοδιασμός στρατιωτικών καταυλισμών.

Greek Monotonic

κατάλῠμα: -ατος, τό (καταλύω II), πανδοχείο, κατάλυμα, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

κατάλῠμα: ατος τό (жилое) помещение, жилище, жилье Polyb., NT.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατάλυμα -ατος, τό [καταλύω] herberg.

Middle Liddell

κατάλῠμα, ατος, τό, καταλύω II]
an inn, lodging, NTest.

Chinese

原文音譯:kat£luma 卡他-呂馬
詞類次數:名詞(3)
原文字根:按-釋放(果效)
字義溯源:旅程的解除,住宿地,客店,客房;源自(καταλύω)=鬆弛下來);由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(λύω)*=解開)組成。比較: (πανδοκεῖον / πανδοχεῖον)=全部接受,客棧
出現次數:總共(3);可(1);路(2)
譯字彙編
1) 客房(2) 可14:14; 路22:11;
2) 客店(1) 路2:7