Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάλυσις

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατάλῠσις Medium diacritics: κατάλυσις Low diacritics: κατάλυσις Capitals: ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ
Transliteration A: katálysis Transliteration B: katalysis Transliteration C: katalysis Beta Code: kata/lusis

English (LSJ)

εως, ἡ, A dissolution, putting down, especially of governments, ἡ τῶν τυράννων κατάλυσις ἐκ τῆς Ἑλλάδος = the overthrow of the tyrants in Greece Th.1.18; κατάλυσις τοῦ δήμου = fall of the democratic government And.1.36, Lys.13.20; κατάλυσις τῆς παρούσης πολιτείας = fall of the current regime Pl.Lg.864d; κατάλυσις τῆς ἀρχῆς = end of his rule X.Cyr. 8.1.47, cf. Arist.Pol.1305b3, al.; κατάλυσις Κρόνου Phld.Piet.94: generally, τὴν τῶν πονηρῶν ὁμιλίαν κατάλυσιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς X.Mem.1.2.20; κατάλυσις Χρείας Gal.9.44. 2 dismissal, disbanding of a body of men, κατάλυσις στρατιᾶς X.Cyr. 6.1.13; κατάλυσις τριήρους = breaking up of a ship's crew, D.50.11; εἰς κατάλυσιν = until dismissal, of soldiers at a review, X.Eq.Mag.3.12. 3 κατάλυσις πολέμου = pacification, Th.8.18, X.Mem.2.8.1, Isoc.6.51. 4 generally, end, termination, συμποσίου X.Smp.9.7; κατάλυσις βίου Id.Ap.30, PMagd. 8.10 (iii B. C.). 5 settlement of disputes, IG5(2).357.21 (Stymphalus, iii B. C.). 6 feebleness, impotence, Χειρῶν καὶ σκελέων Hp. Epid.4.53. II resting, lodging, δεξώμεθ' οἴκων καταλύσεις E. El.393; κατάλυσιν ποιεῖσθαι = to rest, Plb.2.15.5. 2 = κατάλυμα, resting place, guest-chamber, quarters, lodging, σταθμοὶ καὶ καταλύσιες (Ion.) κάλλισται Hdt.5.52; ξένοις κατάλυσιν ποιεῖν Pl.Prt.315d, cf. Lg.919a (pl.), Antiph.15, Alex.2.2, Dicaearch.1.6 (pl.), IG4.203 (Corinth); κατάλυσις βασιλική PPetr.3p.137 (iii B. C.). 3 pl., billets for troops, PHal. 1.168 (iii B. C.).

German (Pape)

[Seite 1361] ἡ, 1) Auflösung, Zerstörung, bes. der Staatsverfassung, τοῦ δήμου, der Demokratie, Andoc. 1, 36. 3, 6, wie Xen. Hell. 2, 3, 28 u. A.; τῆς παρούσης πολιτείας Plat. Legg. XI, 864 d; τῆς ἀρχῆς Xen. Cyr. 8, 1, 45; Sp., τῆς βασιλείας, δυναστείας, Pol. 3, 1, 9. 2, 7; auch τοῦ τυράννου, τοῦ Περσέως, das Stürzen desselben, 10, 25, 3. 30, 10, 1, wie Thuc. 1, 18 τὴν τῶν τυράννων κατάλυσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος, die Vertreibung der Tyrannen; übh. Vernichtung, τῆς ἀρετῆς Xen. Mem. 1, 2, 20; στρατιᾶς, die Auflösung, Entlassung, Xen. Cyr. 6, 1, 10. – Die Beendigung, das Ende, πολέμου Xen. Mem. 2, 8, 1 u. sonst; κατάλυσιν τοῦ πολέμου ποιεῖσθαι, den Krieg beilegen, Thuc. 8, 18; Pol. u. A.; τοῦ βίου, das Lebensende, Xen. Apol. 30. – 2) das Einkehren; δεξώμεθ' οἴκων καταλύσεις Eur. El. 393; die Herberge, Macho Ath. VIII, 337 d; ξένοις κατάλυσιν πεποίηκε Plat. Prot. 315 d; καταλύσεσιν ἀγαπηταῖς τινα δέχεσθαι Legg. XI, 919 a; Pol. κατάλυσιν ποιεῖσθαι, einkehren, 2, 15, 6.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. action de dissoudre :
1 licenciement : στρατιᾶς XÉN d'une armée;
2 dissolution, ruine, destruction;
3 achèvement, terminaison, fin;
II. action de délier (un attelage ou des bagages) ; lieu pour se reposer, hôtellerie, auberge ; particul. caravansérail.
Étymologie: καταλύω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατάλυσις -εως, ἡ [καταλύω] uitspanning, rustplaats, herberg:; σταθμοί τε... καὶ καταλύσιες κάλλισται pleisterplaatsen en zeer fraaie herbergen Hdt. 5.52.1; ξένοις κατάλυσις ποιεῖν verblijfplaats voor gasten maken Plat. Prot. 315d; milit., plur. kwartier. ontbinding, vernietiging, omverwerping, m. n. van regeringen:; μετὰ δὲ τὴν τῶν τυράννων κατάλυσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος na de verdrijving van de tirannen uit Griekenland Thuc. 1.18.1; κατάλυσις τῆς ἀρχῆς val van de heerschappij Xen. Cyr. 8.1.47; κατάλυσις στρατιᾶς ontbinding van het leger Xen. Cyr. 6.1.13; κατάλυσις του πολέμου beëindiging van de oorlog Thuc. 8.18.2; κατάλυσις τῆς ἀρετῆς vernietiging van de deugd Xen. Mem. 1.2.20; geneesk. slapheid:. χειρῶν καὶ σκελέων κατάλυσις slapheid van armen en benen Hp.

Russian (Dvoretsky)

κατάλῠσις: εως ἡ
1 распадение или свержение, ниспровержение (τῆς παρούσης πολιτείας Plat.; τῆς ἀρχῆς, τοῦ δήμου Xen.; τῆς ὀλιγαρχίας Arst.; τῆς δυναστείας, τοῦ τυράννου Polyb.);
2 изгнание (τῶν τυράννων ἐκ τῆς Ἑλλάδος Thuc.);
3 падение, уничтожение, гибель (τῆς ἀρετῆς Xen.);
4 прекращение, окончание (πολέμου Thuc., Xen., Plut.);
5 окончание, конец (τοῦ βίου Plat.);
6 роспуск, увольнение (στρατιᾶς Xen.; τριήρους Dem.);
7 тж. pl. отдых, отдохновение: οἴκων καταλύσεις Eur. предоставление приюта, гостеприимство; κατάλυσιν ποιεῖσθαι Polyb., Plut. сделать привал, остановиться для отдыха;
8 пристанище, тж. постоялый двор, гостиница (ἐν ἀπορίᾳ γιγνομένους καταλύσεσιν δέχεσθαι Plat.): ξένοις κατάλυσιν ποιεῖν Plat. устроить пристанище для гостей.

Greek Monotonic

κατάλῠσις: -εως, ἡ (καταλύω),
I. 1. διάλυση, ανατροπή, λέγεται για κυβερνήσεις, σε Θουκ. κλπ.
2. απόλυση ή διάλυση στρατιωτικού σώματος, στρατιᾶς, σε Ξεν.· εἰς κατάλυσιν, μέχρι την απόλυση, λέγεται για επιθεώρηση στρατιωτών, στον ίδ.
3. κατάλυσις τοῦ πολέμου, το τέλος του πολέμου, ειρήνευση, σε Θουκ., Ξεν.
4. γενικά, τέλος, τέρμα, σε Ξεν.
II. 1. ησυχαστήριο, κατάλυμα, διαμονή, ανάπαυση, σε Ευρ.
2. κατάλυμα, μέρος όπου αναπαύεται κάποιος, ξενώνας, κατοικία, κατάλυμα, καταλύσιες (Ιων. αντί -λύσεις), σε Ηρόδ., Πλάτ.

Greek (Liddell-Scott)

κατάλῠσις: -εως, διάλυσις, ἀνατροπή, κατάργησις, ἰδίως πολιτευμάτων ἢ κυβερνήσεων, ἀντίθ. σύστασις, ἡ τῶν τυράννων ἐκ τῆς Ἑλλάδος κατάλυσις Θουκ. 1. 18· τοῦ δήμου Ἀνδοκατάλυσις 6. 2, Λυσ. 131. 32· τῆς παρούσης πολιτείας Πλάτ. Νόμ. 864D· τῆς ἀρχῆς Ξεν. Κύρ. 8. 1. 47· τῆς ὀλιγαρχίας, τυραννίδων Ἀριστ. Πολ. 5. 6, 2., 5. 10, 32· κατάλυσις μυστηρίων Ἐπγρ. 2)ἡ ἀπόλυσιςδιάλυσις στρατιωτικοῦ σώματος, στρατιᾶς Ξεν. Κύρ. 6., 1, 13· κατάλυσις τριήρους, διάλυσις τοῦ πληρώματος πλοίου, Δημ. 1209. 24· εἰς κατάλυσιν, μέχρι τῆς ἀπολύσεως, ἐπὶ στρατιωτῶν ἐν ἐπιθεωρήσει, Ἱππαρχ. 3, 12. 3)κατ. τοῦ πολέμου, τέλος τοῦ πολέμου, εἰρήνευσις, Θουκ.8. 18, Ξεν. Ἀπομν. 2. 8, 1. 4)καθόλου, τέλος, τέρμα, κατάλυσις τοῦ βίου, τοῦ συμποσίου Ξεν. Ἀπολ. 30, Συμπ. 9. 7· ἡ συνομιλία τῶν πονηρῶν κατάλυσις τῆς ἀρετῆς, φθορά, καταστροφή, ἀντίθ. αὔξησις, ἀρετῆς ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 1. 2, 20. ΙΙ. τόπος ἐν ᾧ ἀναπαύεταί τις, διαμονή, ἀνάπαυσις, δεξώμεθ’ οἴκων καταλύσεις Εὐρ. Ἠλ. 393· κατάλυσιν ποιεῖσθαι, ἀναπαύεσθαι, Πολύβ. 2. 15, 5. 2)= κατάλυμα, μέρος ἔνθα τις μένει ἢ ἀναπαύεται, κατοικία, οἴκημα, σταθμοὶ καὶ καταλύσιες (Ἰων.) κάλλισται Ἡρόδ. 5. 62· ξένοις κατάλυσιν ποιεῖν Πλάτ. Πρωτ. 315D, πρβλ. Νόμ. 919Α, Meineke εἰς Ἀντιφ· Ἄδων. 3, Ἄλεξ. ἐν Ἀγων. 2, Συλλ. Ἐπιγρ. 1104. 5· οὐδαμοῦ κατάλυσιν μισθωσίμην εὗρεν Ἀθήν. 337C· τὰς μὲν τῶν ζώντων οἰκήσεις καταλύσεις ὀνομάζουσιν ὡς ὀλίγον χρόνον ἐν ταύταις οἰκούντων ἡμῶν, τοὺς δὲ τῶν τετεθνηκότων τάφους ἀϊδίους οἴκους προσαγορεύουσιν Διόδ. 1. 51, ἴδε καταλύω ΙΙ. 2.

Middle Liddell

κατάλῠσις, εως καταλύω
I. a dissolving, dissolution of governments, Thuc., etc.
2. the dismissal or disbanding of a body of men, στρατιᾶς Xen.; εἰς κατάλυσιν till dismissal, of soldiers at a review, Xen.
3. κατάλυσις τοῦ πολέμου an ending of the war, pacification, Thuc., Xen.
4. generally, an end, termination, Xen.
II. a resting, lodging, rest, Eur.
2. = κατάλυμα, a resting-place, guest-chamber, quarters, lodging, καταλύσιες (ionic for -λύσεισ), Hdt., Plat.

English (Woodhouse)

deposition, lodging, overthrow, rescission, place to lodge, putting an end to, putting down

⇢ Look up "κατάλυσις" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)