Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάρτιση

Greek Monolingual

η (AM κατάρτισις) καταρτίζω
πνευματική και ηθική συγκρότηση, μόρφωση, αγωγή
νεοελλ.
1. παροχή ή απόκτηση ειδικών γνώσεων καί εφοδίων, ειδίκευση (α. «επαγγελματικὴ κατάρτιση» β. «επιστημονική κατάρτιση»)
2. συγκρότηση ενός πράγματος («κατάρτιση τών σχεδίων δράσης»)
3. φρ. «κατάρτιση προγράμματος» — σχηματισμός προγράμματος πριν μπει σε λειτουργία κάτι
αρχ.
1. επανόρθωση
2. η επαναφορά εξαρθωμένου μέλους στη θέση του, ανάταξη.