Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταληκτικός

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν → But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καταληκτικός Medium diacritics: καταληκτικός Low diacritics: καταληκτικός Capitals: ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: katalēktikós Transliteration B: katalēktikos Transliteration C: kataliktikos Beta Code: katalhktiko/s

English (LSJ)

ή, όν, A leaving off; especially in Metric, of verses having the last foot incomplete, Heph.4.2, Anon.Metr.Oxy. 220ix 19, etc.; τὸ κ. Heph. l.c.; of feet, κ. [εἶδος παίωνος] Demetr. Eloc.38. II Adv. -κῶς disinterestedly, διδόναι τι M.Ant.9.42, cf. 7.13 (-ληπτ- codd.), Arr.Epict.2.23.46.

German (Pape)

[Seite 1360] ή, όν, ausdörend, sich endigend, bes. von Versen, deren letzter Fuß unvollständig, verkürzt ist, Hephaest. 25 u. oft in den metrischen Schol. – Adv., καταληκτικῶς εὐφραίνειν, endlich, ausschließlich, so daß Nichts weiter dazu zu kommen braucht, M. Anton. 7, 13, δοῦναι, ohne besondere Nebenabsicht, 9, 42.

Russian (Dvoretsky)

καταληκτικός: стих. усеченный, неполный (στίχος).

Greek (Liddell-Scott)

καταληκτικός: -ή, -όν, ὁ καταλήγων, παύων, σταματῶν· ὁ κ. (ἐξυπακ. στίχος), ἐλέγετο ὁ ἔχων τὸν τελευταῖον πόδα ἐλλιπῆ· «καταληκτικὰ (δηλ. μέτρα) ὅσα μεμειωμένον ἔχει τὸν τελευταῖον πόδα» Ἡφαιστ. σ. 25, πρβλ. βραχυκατάληκτος, ὑπερκατάληκτος. ΙΙ. Ἐπίρρ. κῶς, κ. εὐφραίνειν (=τελείως, ὥστε νὰ μὴ χρειάζηταί τις ἄλλο τι) Μ. Ἀντων. 7, 13· κ. διδόναι 9, 42.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α καταληκτικός, -ή, -όν) καταλήγω
1. αυτός με τον οποίο λήγει κάτι, αυτός που καταλήγει, που βρίσκεται στο τέλος
2. φρ. «καταληκτικοί στίχοι» — οι στίχοι που έχουν ατελή τον τελευταίο πόδα
νεοελλ.
γραμμ. «καταληκτική ονομαστική» — χαρακτηρισμός ονομαστικής τριτόκλητου ονόματος η οποία σχηματίζεται με την κατάληξη -ς.
επίρρ...
καταληκτικῶς (AM)
τελείως, τελειωτικά.
-ή, -ό (Α καταληπτικός, -ή, -όν)
αυτός που μπορεί να κυριεύσει, να καταλάβει
νεοελλ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νόσο καταληψία
2. ως ουσ. αυτός που πάσχει από καταληψία
3. (ψυχολ.) φρ. «καταληπτική ψυχολογία» — η ψυχολογία που δέχεται ότι η πορεία τών ψυχικών φαινομένων είναι αποτέλεσμα βουλητικής ενέργειας, σε αντιδιαστολή με τη συνειρμική
αρχ.
1. (για τη διάνοια) αυτός που μπορεί να εννοήσει κάτι
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ καταληπτικόν
η δύναμη της αντίληψης.
επίρρ...
καταληπτικῶς (Α)
1. με άμεση αντίληψη
2. προφανώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταληπτός. Με τη νεοελλ. σημασία «αυτός που αναφέρεται στη νόσο καταληψία» η λ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. cataleptic < catalept- (πρβλ. καταληπτ-ός) + -ic (πρβλ. -ικός) και μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν του Νικόλαου Κοντόπουλου].