Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταλογισμός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

German (Pape)

[Seite 1361] ὁ, das Zusammenzählen, -rechnen, LXX.

Greek Monolingual

ο (Α καταλογισμός) καταλογίζω
νεοελλ.
1. η απόδοση ενός γεγονότος σε κάποιον ως υπαίτιο («καταλογισμός ελλείμματος»)
2. (νομ.) απόδοση ευθύνης, κατηγορία
3. φρ. α) (νομ.) «καταλογισμός πράξεως» — η απόδοση ευθύνης στον δράστη εγκληματικής πράξης, η κρίση με την οποία μια αξιόποινη πράξη αποδίδεται στη βούληση του δράστη
β) (οικον.) «οικονομική θεωρία καταλογισμού» — η αξιολόγηση της συμβολής κάθε συντελεστή της παραγωγής στη δημιουργία της αξίας τών αγαθών, θεωρία που έχει ως αφετηρία τη λεγόμενη θεωρία της οριακής χρησιμότητας
γ) (λογιστ.) «καταλογισμός δαπάνης» — κατανομή μιάς δαπάνης στα διάφορα κέντρα ή φορείς κόστους.
αρχ.
λογαριασμός, αφήγηση, αρίθμηση.