Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταμύω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καταμύω Medium diacritics: καταμύω Low diacritics: καταμύω Capitals: ΚΑΤΑΜΥΩ
Transliteration A: katamýō Transliteration B: katamyō Transliteration C: katamyo Beta Code: katamu/w

English (LSJ)

Ep. aor. inf. καμμῦσαι v.l. in Batr.191; καμμύειν, aor. ἐκάμμυσα, etc., also in later Gr., v. καμμύω:—close the eyes, κ. τὰ βλέφαρα X.Cyn.5.11; τὰ ὄμματα Hp.Epid.7.83; τοὺς ὀφθαλμούς LXX(v. καμμύω) ; τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα Ph.1.645, cf. 2.414; κ. τῷ νοερῷ ὄμματι M.Ant.4.29: more freq. alone, close the eyes, Str.6.1.14; κ. ὑπ' ἐκπλήξεως Philostr.VA6.11: hence, drop asleep, doze, Batr. l. c., Ar.V.92: euphemism for καταθνῄσκειν, Luc.DMeretr.7.2, D.L.4.49. [ῡ in pres., Hedyl. ap. Ath.8.345a: in aor., Batr. l. c.; v. μύω.]

German (Pape)

[Seite 1364] (s. μύω), die Augen schließen, bes. um zu schlafen, einnicken; Hippocr.; Ar. Vesp. 92; καταμύομεν [υ abweichend] Hedyl. bei Ath. VIII, 345 a; καταμύει τὰ βλέφαρα, im Gegensatz von τὰ βλέφαρα ἀναπέπταται, Xen. Cyn. 5, 11; von sich Fürchtenden, Philostr.; von Sterbenden, entschlafen, Luc. D. meretr. 7, 2 D. L. 4, 49; – p. auch καμμύω, Batrach. 191 καμμῦσαι, Alexis bei Phryn. 339, wo bemerkt wird, daß Spätere es nachlässiger Weise auch in Prosa brauchten; so findet sich ἐκάμμυσαν τοὺς ὀφθαλμούς im N. T., Act. Ap. 28, 27.

French (Bailly abrégé)

1 cligner des yeux;
2 fermer les yeux, avoir les yeux fermés.
Étymologie: κατά, μύω.

Russian (Dvoretsky)

καταμύω: (в praes. и impf. ῡ, в fut. и aor. ῠ; эп. и NT inf. aor. ναμμῦσαι)
1 (о веках и глазах), смыкать, закрывать, (τὰ βλέφαρα Xen.; τοὺς ὀφθαλμούς NT);
2 смыкать глаза, засыпать (ὀλίγον καμμῦσαι Batr.);
3 закрывать глаза, умирать (ἢν ὁ γέρων καταμύσῃ Luc., εὔκολον τὴν εἰς ᾄδου ὁδὸν καταμύοντας ἀπιέναι Diog. L.).

Greek (Liddell-Scott)

καταμύω: μέλλ. -ύσω, ἐν ἀπαρ. ἀορ. καμμῦσαι Βατραχομυομ. 192· αἰολ. καὶ ποιτ. τύπ.· ἐν κοινοτέρᾳ γλώσσῃ, ὡσαύτως ἐκάμμυσσα Ἄλεξ. (Ἄδηλ. 71) παρὰ Φρυν. (339, ἔνθα, ὁ τύπος ἀποδοκιμάζεται), ὡσαύτως καὶ οἱ Ἐκκλ., Ἑβδ. Κ.Δ. Κλείω τοὺς ὀφθαλμοὺς, τὰ βλέφαρα, ὅταν μὲν ἐγρηγόρῃ, καταμύει τὰ βλέφαρα, ὅταν δὲ καθεύδῃ, ἀναπέπταται τὰ βλέφαρα Ξεν. Κυν. 5, 11· τοὺς ὀφθαλμοὺς Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιγ΄, 5, Πράξ. Ἀποστ. κη΄, 27· τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα Φίλων 1, 645· ὡσαύτως, κ. τῷ νοερῷ ὄμματι Μ. Ἀντων. 4, 29· ἀλλὰ συνηθέστερον ἄνευ ἀντικειμ., κλείω τοὺς ὀφθαλμούς, καταμύειν δοκῶν ἀνέβλεψεν ἀθρόον Φιλόστρ. σ. 147· θᾶττον ἢ καταμύσαι ὁ αὐτ. 675· Στράβ. 264· κ. ὑπ’ ἐκπλήξεως Φιλόστρ. 242· (διὸ καὶ ὁ Ἡσύχ. καταμεμυκέναι, ὑποπτῆξαι)· ἐντεῦθεν, ἀποκοιμῶμαι ἢ μισοκοιμῶμαι, Βατραχομ. ἔνθ’ ἀνωτ.· οὐκ εἴασαν ἡμᾶς θορυβοῦντες οὐδ’ ὀλίγον καμμῦσαι Ἀριστοφ. Σφῆκ. 92, Ἱππ. 1230, κτλ.· εὐφημ. ἀντὶ τοῦ καταθνήσκειν, ἢν ὁ γέρων μόνον καταμύσῃ Λουκ. Ἑταιρ. Διάλογ. 7, 2, Διογ. Λ. 4, 49. ῠ φύσει ἐν ἅπασι τοῖς χρόνοις· ῡ χάριν τοῦ μέτρου ἐν τῷ ἐνεστ., Ἡδύλ. παρ’ Ἀθην. 345Α, καὶ ἐν τῷ ἀορ., Βατραχομ. ἔνθ’ ἀνωτ., πρβλ. Meineke εἰς Κωμ. Ἀποσπ. 3, 525 καὶ ἴδε μύω.

Greek Monolingual

καταμύω (Α)
1. κλείνω τα μάτια (α. «καταμύει τὰ βλέφαρα», Ξεν.
β. «καταμύειν ὑπ' ἐκπλήξεως», Φιλόστρ.)
2. αποκοιμιέμαι
3. (κατ' ευφημισμόν αντί του καταθνήσκω) πεθαίνω («ἢν ὁ γέρων μόνον καταμύση», Λουκιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + μύω «κλείνω τα μάτια»].

Greek Monotonic

καταμύω: μέλ. -ύσω και αόρ. αʹ ἐκάμμῠσα, Επικ. απαρ. καμμῦσαι· κλείνω ή σφαλίζω τα μάτια, σε Ξεν., Κ.Δ.· απ' όπου, αποκοιμιέμαι, μισοκοιμάμαι, σε Βατραχομ., σε Αριστοφ.

Middle Liddell

fut. ύσω aor1 ἐκάμμῠσα epic inf. καμμῦσαι
to shut or close the eyes, Xen., NTest.:—hence to drop asleep, doze, Batr., Ar.