Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταπισσώ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

καταπισσῶ, -όω και αττ. τ. καταπιττῶ, -όω (Α)
1. καλύπτω με πίσσα, πισσώνω
2. μτφ. χρωματίζω κάποιον με μαύρο χρώμα, μαυρίζω
3. αλείφω με πίσσα και καίω κάποιον για τιμωρία
4. αλείφω με πίσσα το δέρμα για να κάνω αποτρίχωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + πισσῶ «πισσώνω» (< πίσσα)].