Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταρτιστήρ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: καταρτιστήρ Medium diacritics: καταρτιστήρ Low diacritics: καταρτιστήρ Capitals: ΚΑΤΑΡΤΙΣΤΗΡ
Transliteration A: katartistḗr Transliteration B: katartistēr Transliteration C: katartistir Beta Code: katartisth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ,

   A one who restores order, mediator, Hdt.4.161, 5.28, Them.Or.4.61c.

German (Pape)

[Seite 1376] ῆρος, ὁ, der Ordner, Aussöhner, Schiedsrichter, Her. 4, 161. 5, 28; Themist. or. 4 p. 61.

Greek (Liddell-Scott)

καταρτιστήρ: ῆρος, ὁ, ὁ ἐπανορθῶν, ἢ ἀποκαθιστάνων τὴν τάξιν, ὁ διαλλάττων, ὁ διαιτητής, ὁ διαλλακτής, Ἡρόδ. 4. 161., 5. 28, Θεμίστ. 61C· πρβλ. καταρτίζω Ι· πρβλ. Ἐπιγρ. Ἀμοργ. Dittent. 511, 31, καὶ ἐν 510, 35 ξενικὸν δικαστήριον.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
qui remet en bon ordre, qui réconcilie.
Étymologie: καταρτίζω.

Greek Monolingual

καταρτιστήρ, -ῆρος, ὁ (Α) καταρτίζω
αυτός που αποκαθιστά την τάξη, ο διαιτητής («ἡ δὲ Πυθίη ἑκέλευε ἑκ Μαντινέης τῶν Ἀρκάδων καταρτιστῆρα ἀγαγέσθαι», Ηρόδ.).

Greek Monotonic

καταρτιστήρ: -ῆρος, ὁ, αυτός που αποκαθιστά την τάξη, μεσολαβητής, μεσάζοντας, σε Ηρόδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καταρτιστήρ -ῆρος, ὁ [καταρτίζω] bemiddelaar.

Russian (Dvoretsky)

καταρτιστήρ: ῆρος ὁ устроитель, миротворец, примиритель, посредник Her.

Middle Liddell

καταρτιστήρ, ῆρος, [from καταρτίζω
one who restores order, a mediator, Hdt.