Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταυγάζω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: καταυγάζω Medium diacritics: καταυγάζω Low diacritics: καταυγάζω Capitals: ΚΑΤΑΥΓΑΖΩ
Transliteration A: kataugázō Transliteration B: kataugazō Transliteration C: katavgazo Beta Code: katauga/zw

English (LSJ)

   A shine upon, illuminate, c. acc., LXX Wi.17.5, Str.2.5.42, Corn.ND32, S.E.M.9.247, Hld.1.1:—Pass., Id.7.7, Ph.1.150; ὑπὸ μεταρσίου φωτός Heraclid. Pont. ap. Placit.3.2.5.    2 outshine, occult, of the Sun or Moon, Theo Sm.p.193 H. (Act. and Pass.), Jul.Or.3.109c (Pass.): metaph., ἡ ἀγαθοεργία σου κ. πάντας Them. Or.15.192a.    II intr., shine brightly, Hld.5.31.    III Med., gaze at, see, A.R.4.1248, AP9.58 (Antip.).

German (Pape)

[Seite 1387] darauf scheinen, beleuchten; S. Emp. adv. phys. 1, 247; ἡλίου τὰς ἀκρωρείας καταυγάζοντος Heliod. 1, 1; a. Sp.; – übh. leuchten, glänzen, Heliod. 5, 31. – Med. schauen, besehen, Ζῆνα κατηυγασάμην Antp. Sid. 52 (IX, 58); Ap. Rh. 4, 1248.

Greek (Liddell-Scott)

καταυγάζω: ἐπιλάμπω, φωτίζω, καταφωτίζω, μετ᾿ αἰτ., Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 9. 247· ὁ ἥλιος κ. τὰς ἀκρωρείας Ἡλιόδ. 1. 1· Παθ., ὁ αὐτ. 7. 7· κατηυγάσθησαν τῷ φωτισμῳ Γρηγ. 2) μεταφρ., ἡ ἀγαθοεργία σου κ. πάντας Θεμίστ. 192Α. ΙΙ. ἀμεταβ., λάμπω, φέγγω λαμπρῶς, καταυγάζουσα στολῇ χρυσοϋφεῖ Ἡλιόδ. 5. 31. ΙΙΙ. μέσ., ἀτενίζω πρός τι, βλέπω, κατηυγασάμην Ζῆνα Ἀνθ. Π. 9. 58, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1248, Κλήμ. Ἀλ. 70.

French (Bailly abrégé)

1 intr. briller avec éclat;
2 tr. briller sur, illuminer;
Moy. καταυγάζομαι;
1 intr. briller, resplendir en parl. des astres;
2 tr. observer, voir.
Étymologie: κατά, αὐγάζω.

Spanish

recibir visiones

Greek Monolingual

(AM καταυγάζω)
καταφωτίζω, καταλάμπω, καταφέγγω, λάμπω ζωηρά
μσν.-αρχ.
(αμτβ.) φέγγω, φωτίζω, λάμπω
αρχ.
1. (για τον ήλιο ή τη σελήνη) θαμπώνω με τη λάμψη μου
2. μέσ. καταυγάζομαι
ατενίζω, στρέφω το βλέμμα σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + αὐγάζω «λάμπω, φωτίζω»].

Greek Monotonic

καταυγάζω: μέλ. -σω, φωτίζω — Μέσ., ατενίζω προς κάτι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

καταυγάζω:
1) озарять, освещать (ὁ ἥλιος καταυγάζει τινά Sext.; νέφος ὑπὸ φωτὸς καταυγαζόμενον Plut.);
2) med. созерцать, видеть (Ζᾶνα = Ζῆνα Anth.).

Middle Liddell

fut. σω
to shine upon: Mid. to gaze at, see, Anth.

Chinese

原文音譯:aÙg£zw 凹瓜索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:(成為)發光的 相當於: (בַּהֶרֶת‎)
字義溯源:光照,照著,看見;源自(αὐγή)*=光線)。
同義字:1) (αὐγάζω / καταυγάζω)光照,看見 2) (ἀφοράω)視為,仰望 3) (βλέπω)看見 4) (ἐποπτεύω)查閱 5) (θεάομαι)察看 6) (θεωρέω)在觀看 7) (εἶδον / ὁράω)凝視
出現次數:總共(1);林後(1)
譯字彙編
1) 照著(1) 林後4:4