Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατούνα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

ἡ (Μ κατούνα)
1. στενός χώρος που χρησιμεύει ως διάβαση, στενωπός
2. σκηνή για διαμονή
3. κατοικία
4. κατασκήνωση σε περιχαρακωμένο μέρος, στρατόπεδο
5. το σύνολο τών αποσκευών στρατού σε εκστρατεία
νεοελλ.
1. οι αποσκευές του ταξιδιώτη
2. το σύνολο τών πραγμάτων που υπάρχουν σ' ένα σπίτι, το νοικοκυριό
3. μικρό ξύλινο κιβώτιο, κασέλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. cantone «περιοχή, γωνία, καντόνι»].