Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατόλλυμι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κατόλλυμι Medium diacritics: κατόλλυμι Low diacritics: κατόλλυμι Capitals: ΚΑΤΟΛΛΥΜΙ
Transliteration A: katóllymi Transliteration B: katollymi Transliteration C: katollymi Beta Code: kato/llumi

English (LSJ)

in pf. Act.,

   A perish utterly, νεολαία… κατὰ πᾶσ' ὄλωλεν A.Pers.670 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

κατόλλυμι: παντελῶς καταστρέφω, Θεόδ. Μετοχ.·- Παθ., μετὰ πρκμ. β΄, χάνομαι, νεολαία. κατὰ πᾶσ’ ὄλωλεν Αἰσχύλ. Πέρσ. 670.

Greek Monolingual

κατόλλυμι (Α)
καταστρέφω τελείωςνεολαία γὰρ ἤδη κατὰ πᾱσ' ὄλωλεν», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ὄλλυμι «καταστρέφω»].

Greek Monotonic

κατόλλυμι: καταστρέφω ολοσχερώς — Παθ., με παρακ., χάνομαι παντελώς, σε Αισχύλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατ-όλλυμι volledig vernietigen; med. met perf. κατόλωλα volledig ten onder gaan:. νεολαία γὰρ ἤδη κατὰ πᾶσ ’ ὄλωλεν want de jeugd is nu volledig vernietigd Aeschl. Pers. 670 (tmesis).

Russian (Dvoretsky)

κατόλλῡμι: (полностью) уничтожать, истреблять, pass. гибнуть (νεολαία κατὰ πᾶσ᾽ ὄλωλεν Aesch.).

Middle Liddell


to destroy utterly:—Pass., with perf. acc. to perish utterly, Aesch.