Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καύση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ καῡσις) καίω
το να καίει κανείς κάτι ή το να καίγεται κάτι η φθορά με τη φωτιά, κάψιμο («λύχνους τῆς καύσεως καὶ τὸ ἔλαιον», ΠΔ)
νεοελλ.
1. χημ. ταχεία ένωση ενός σώματος με οξυγόνο, η οποία συνοδεύεται από έκλυση θερμότητας και φωτός
2. φρ. α) φυσιολ. «καύσεις του οργανισμού» — το σύνολο τών οξειδώσεων που γίνονται μέσα στον οργανισμό, έδρα τών οποίων είναι οι ιστοί και μάλιστα τα κύτταρα
β) «καύση νεκρών» — εθιμική πράξη θρησκευτικού χαρακτήρα, κατά την οποία το σώμα του νεκρού αποτεφρώνεται
μσν.
1. λύπη, καημός
2. μεταθανάτιο μαρτύριο, τιμωρία
3. δικαιοδοσία
μσν.-αρχ.
μεγάλη θερμότητα, ζέστη, καύσωνας («ψύξεις τε καὶ καύσεις καὶ ἡδοναί γε δὴ καὶ λῡπαι», Πλάτ.)
αρχ.
1. καυτηριασμός πάσχοντος μέρους του σώματος («καύσει ἤ τομῇ χρησάμενος ἀπηλλάχθαι», Πλάτ.)
2. τήξη («δενδροτομούντων πρὸς τὴν καῡσιν τοῦ χαλκοῡ», Στράβ.)
3. στίβλωση με λειωμένο κερί.