Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεβλήπυρις

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κεβλήπῠρις Medium diacritics: κεβλήπυρις Low diacritics: κεβλήπυρις Capitals: ΚΕΒΛΗΠΥΡΙΣ
Transliteration A: keblḗpyris Transliteration B: keblēpyris Transliteration C: kevlipyris Beta Code: keblh/puris

English (LSJ)

name of a bird, Ar.Av.303; nickname of Themistocles, Hermipp.72.

German (Pape)

[Seite 1410] ἡ, ein Vogel, bei Ar. Av. 303, vielleicht Feuerkopf, von seinem rothen Kopfe.

Greek (Liddell-Scott)

κεβλήπῠρις: πτηνὸν τι μὲ ἐρυθρὰν ἢ πυρρὰν κεφαλήν, Ἀριστοφ. Ὄρν. 303· ἴδε Σχολ.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
oiseau à tête rouge comme le feu, linotte commune LSJ.
Étymologie: κεβλή, πῦρ.

Greek Monolingual

κεβλήπυρις (Α)
1. ονομασία πτηνού με κόκκινο πτέρωμα στο κεφάλικόκκυξ, ερυθρόπους, κεβλήπυρις», Αριστοφ.)
2. ως κύριο όν. ὁ Κεβλήπυρις
παρώνυμο του Θεμιστοκλή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. συνδέεται με τις λ. κεβλή και πῦρ, δηλ. «πτηνό με κόκκινο κεφάλι». Κατ' άλλη άποψη, το β' συνθετικό είναι πυρός «σίτος, κόκκος σίτου»].

Greek Monotonic

κεβλήπῠρις: (πῦρ), πουλί με κόκκινο κεφάλι, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

κεβλήπῠρις: εως ἡ κεβλή = κεφαλή красноголовка (птица) Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κεβλήπυρις -εως, ἡ roodkopklauwier (vogel).

Frisk Etymological English

Meaning: name of an unknown bird (Ar. Av. 303); also used as nickname of Themistocles (Hermipp. Com. Va). -
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Connection with κεβλή (s. v.) and πῦρ ("redpoll", Hänfling) is ununderstandable, cf. Thompson Birds s. v.

Middle Liddell

[πῦρ]
the redcap, redpoll, Ar.

Frisk Etymology German

κεβλήπυρις: {keblḗpuris}
Meaning: N. eines unbekannten Vogels (Ar. Av. 303), auch als Spitzname von Themistokles gebraucht (Hermipp. Com. Va).
Etymology : Die Beziehung auf κεβλή und πῦρ ("redpoll", Hänfling) ist sachlich nicht zu begründen, vgl. Thompson Birds s. v.
Page 1,806