Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεντητικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κεντητικός Medium diacritics: κεντητικός Low diacritics: κεντητικός Capitals: ΚΕΝΤΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: kentētikós Transliteration B: kentētikos Transliteration C: kentitikos Beta Code: kenthtiko/s

English (LSJ)

ή, όν, A prickly, Thphr.HP3.9.6 (Comp.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1418] dasselbe, stechend, Theophr. im comparat.

Greek (Liddell-Scott)

κεντητικός: -ή, -όν, ὁ κεντῶν, πλήρης κέντρων, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 9, 6.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α κεντητικός, -ή, -όν) κεντώ
νεοελλ.
το θηλ. ως ουσ. η κεντητική
η τέχνη της διακόσμησης υφασμάτων με κεντήματα, η τέχνη του κεντήματος
αρχ.
αυτός που κεντάει, που τσιμπάει, νυκτικός.