Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεστός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: κεστός Medium diacritics: κεστός Low diacritics: κεστός Capitals: ΚΕΣΤΟΣ
Transliteration A: kestós Transliteration B: kestos Transliteration C: kestos Beta Code: kesto/s

English (LSJ)

ή, όν, (κεντέω)

   A stitched, embroidered, κ. ἱμάς, of Aphrodite's charmed girdle, Il.14.214, Corn.ND24.    2 later, κεστός, ὁ, as Subst., κεστοῦ δεσπότις, of Aphrodite, Call.Aet.Oxy.2080.55; κεστοῦ φωνεῦσα μαγώτερα AP5.120 (Phld.), cf. 6.88 (Antiphanes Maced.), Luc.DDeor.20.10; ἅπαντα τὸν κ. ὑποζώσασθαι to put on all her charms, Alciphr.1.38; Κεστοί, title of work by Africanus.

German (Pape)

[Seite 1426] (κεντέω, κένσαι), durchstochen, gestickt; κεστὸς ἱμάς, der gestickte Brustgürtel der Aphrodite, der allen weiblichen Liebreiz verlieh, Il. 14, 214; bei Sp. ὁ κεστός, substantivisch, der Gürtel, bes. der Gürtel der Aphrodite, mit Bezug auf die homerische Stelle, Antiphan. 1 (VI, 88); Plut. de aud. poet. 4 p. 73 τὴν περὶ τὸν κεστὸν γοητείαν; vgl. Luc. D. D. 20, 10; a. Sp.; Zaubergürtel, κεστοῦ φωνεῦσα μαγώτερα Philodem. 10 (V, 121); – οἱ λεγόμενοι κεστοί, ein Geschichtsbuch, Phot. bibl. cod. 34.

Greek (Liddell-Scott)

κεστός: -ή, -όν, (κεντέω) κεντητός, κεντημένος, κεστὸς ἱμάς, ἐπὶ τῆς ζώνης τῆς Ἀφροδίτης, ἥτις εἶχε πολλὴν θελκτικὴν δύναμιν, Ἰλ. Ξ. 214· πρβλ. πολύκεστος. 2) παρὰ μεταγεν., κεστός, ὁ, ὡς οὐσιαστ. = ζωστήρ, μάλιστα ὁ τῆς Ἀφροδίτης, ἔχων δύναμιν καταθέλγουσαν, Λατ. cestus, Ἀνθ. Π. 5. 121., 6. 88, Λουκ. Θεῶν Διάλ. 20. 10· πάντως ἐκείνη γε τὸν κεστὸν ὑπεζώσατο, βεβαίως ὑπέζωσεν ἑαυτὴν διὰ τῶν θελγήτρων τοῦ κεστοῦ, Ἀλκίφρ. 1. 38.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 piqué, brodé;
2κεστός (ἱμάς) ceinture brodée.
Étymologie: κεντέω.

English (Autenrieth)

(κεντέω): of needle-work, embroidered (girdle of Aphrodite), Il. 14.214†.

Spanish

sujetador

Greek Monolingual

κεστός, -ή, -όν (ΑΜ) κεντώ
1. αυτός που έχει στολίσματα, ποικίλματα, κεντίδια, κεντητός («κεστὸς ἱμάς», Ομ. Ιλ.)
2. το αρσ. ως ουσ.κεστός
ο ζωστήρας, ιδίως της Αφροδίτης, ο οποίος είχε μεγάλη θελκτική δύναμη (α. «κεστοῦ δεσπότις» — η Αφροδίτη
β. «τὸν τῆς Ἥρας καλλωπισμὸν ἐπὶ τὸν Δία καὶ τὴν περὶ τὸν κεστὸν γοητείαν», Λουκιαν.)
3. μτφ. γοητεία, θέλγητρο.

Greek Monotonic

κεστός: -ή, -όν (κεντέω),
1. κεντητός, κεντημένος, ραμμένος, κεστὸς ἱμάς, λέγεται για τη μαγική ζώνη της Αφροδίτης, σε Ομήρ. Ιλ.
2. έπειτα, κεστός, , ως ουσ., Λατ. cestus, σε Ανθ., Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

κεστός: κεντέω вышитый, расшитый, покрытый шитьем (ἱμάς Hom.).
II ὁ вышитый пояс, преимущ. волшебный пояс Афродиты Luc., Plut., Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κεστός -ή -όν [κεντέω] geborduurd:; κεστὸν ἱμάντα ποικίλον de bont geborduurde band Il. 14.214; later subst. ὁ κεστός ceintuur (van Afrodite).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: stitched,
Other forms: .
See also: s. κεντέω.

Middle Liddell

κεστός, ή, όν κεντέω
1. stitched, embroidered, κεστὸς ἱμάς of Aphrodite's charmed girdle, Il.
2. later, κεστός, οῦ, as Subst., Lat. cestus, Anth., Luc.

Frisk Etymology German

κεστός: {kestós}
Forms: κέστρα, -τρον, -τρεύς usw.
Meaning: gestickt,
See also: s. κεντέω.
Page 1,834