Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Full diacritics: Κεχηνώδης Medium diacritics: κεχηνώδης Low diacritics: κεχηνώδης Capitals: ΚΕΧΗΝΩΔΗΣ
Transliteration A: kechēnṓdēs Transliteration B: kechēnōdēs Transliteration C: kechinodis Beta Code: *kexhnw/dhs

English (LSJ)


   A forming a hiatus, τὸ κ. Sch.D.T.p.146 H.

German (Pape)

[Seite 1429] ες, gähnend, B. A. p. 697.

Greek (Liddell-Scott)

κεχηνώδης: -ές, ἀποτελῶν χασμωδίαν, διὰ τὸ χασμῶδες καὶ κεχηνῶδες ἐκθλίβεται τὸ τέλος τῆς προηγουμένης λέξεως Α. Β. 697.

Greek Monolingual

κεχηνώδης, -ῶδες, (Α)
αυτός που έχει ή αποτελεί χασμωδία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κέχηνα (παρακμ. του χαίνω «χάσκω»), με σχηματισμό κατά τα σε -ώδης].