Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεχηνώδης

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: Κεχηνώδης Medium diacritics: κεχηνώδης Low diacritics: κεχηνώδης Capitals: ΚΕΧΗΝΩΔΗΣ
Transliteration A: kechēnṓdēs Transliteration B: kechēnōdēs Transliteration C: kechinodis Beta Code: *kexhnw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A forming a hiatus, τὸ κ. Sch.D.T.p.146 H.

German (Pape)

[Seite 1429] ες, gähnend, B. A. p. 697.

Greek (Liddell-Scott)

κεχηνώδης: -ές, ἀποτελῶν χασμωδίαν, διὰ τὸ χασμῶδες καὶ κεχηνῶδες ἐκθλίβεται τὸ τέλος τῆς προηγουμένης λέξεως Α. Β. 697.

Greek Monolingual

κεχηνώδης, -ῶδες, (Α)
αυτός που έχει ή αποτελεί χασμωδία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κέχηνα (παρακμ. του χαίνω «χάσκω»), με σχηματισμό κατά τα σε -ώδης].