Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κηδεστία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κηδεστία Medium diacritics: κηδεστία Low diacritics: κηδεστία Capitals: ΚΗΔΕΣΤΙΑ
Transliteration A: kēdestía Transliteration B: kēdestia Transliteration C: kidestia Beta Code: khdesti/a

English (LSJ)

ἡ,

   A connection by marriage, X.HG2.4.21 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1429] ἡ, Verwandtschaft durch Heirath, Verschwägerung, Xen. Hell. 2, 4, 21, neben ξυγγένεια u. ἑταιρία.

Greek (Liddell-Scott)

κηδεστία: ἡ, συγγένεια δι’ ἐπιγαμίας, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 21, ἴδε Κόντ. ἐν Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 129-134.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
parenté par mariage, par alliance.
Étymologie: κηδεστής.

Greek Monolingual

η (Α κηδεστία) κηδεστής
συγγένεια εξ επιγαμίας, εξ αγχιστείας.

Greek Monotonic

κηδεστία: ἡ, συγγένεια από γάμο, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

κηδεστία: ἡ свойство Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κηδεστία -ας, ἡ [κηδεστής] aanverwantschap.

Middle Liddell

κηδεστία, ἡ, [from κηδεστής
connection by marriage, Xen.