Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κηλητήριος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κηλητήριος Medium diacritics: κηλητήριος Low diacritics: κηλητήριος Capitals: ΚΗΛΗΤΗΡΙΟΣ
Transliteration A: kēlētḗrios Transliteration B: kēlētērios Transliteration C: kilitirios Beta Code: khlhth/rios

English (LSJ)

ον,

   A charming, appeasing, χοαί E.Hec.535; ᾄσματα Suid.; τὸκ., = κήληθρον, S. Tr.575.

German (Pape)

[Seite 1431] bezaubernd, besänftigend, χοὰς κηλητηρίους Eur. Hec. 535; – τὸ κηλητήριον, Liebeszaubermittel, Soph. Trach. 572.

Greek (Liddell-Scott)

κηλητήριος: -α, -ον, βέλτιον ος, ον, καταθέλγων, καταπραΰνων, χοαὶ Εὐρ. Ἑκ. 535· ᾄσματα παρὰ Σουΐδ.· τὸ κηλητήριον = κήλητρον, Σοφ. Τρ. 575.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
propre à charmer, à apaiser les dieux, propitiatoire.
Étymologie: κηλέω.

Greek Monolingual

κηλητήριος, -ον (Α)
1. αυτός που θέλγει, που μαγεύει («δέξαι χοάς μου τάσδε κηλητηρίους», Ευρ.)
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ κηλητήριον
κήληθρον, μαγικό φίλτρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κηλητήρ (< κηλῶ «μαγεύω, θέλγω»)].

Greek Monotonic

κηλητήριος: -α, -ον, καλύτερα -ος, -ον, αυτός που θέλγει, κατευναστικός, καταπραϋντικός, σε Ευρ.· τὸ κ. = κήλημα, σε Σοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κηλητήριος -ον [κηλέω] betoverend; subst. τὸ κηλητήριον tovermiddel.

Russian (Dvoretsky)

κηλητήριος: зачаровывающий, тж. умилостивительный (χοαί Eur.).

Middle Liddell

κηλητήριος, η, ον κηλέω
charming, appeasing, Eur.; τὸ κ. = κήλημα, Soph.