Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κινητικότητα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η
1. η ιδιότητα του κινητικού, το να μπορεί κάποιος να κινεί κάτι ή να κινείται
2. φυσιολ. το σύνολο τών βιολογικών λειτουργιών οι οποίες εξασφαλίζουν την κίνηση
3. το να είναι κάποιος δραστήριος, η ενεργητικότητα («διακρίνεται από μεγάλη κινητικότητα σήμερα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κινητικός. Η λ., στον λόγιο τ. κινητικότης, μαρτυρείται από το 1872 στον Αλέξ. Ζωηρό].